Thursday, 4 December 2008

Αυτοαναφορικό

Πόσες ιστορίες ακούμε κάθε μέρα; Πόσες διαβάζουμε; Πόσες διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια μας, κάποιες φορές και με τη δική μας συμμετοχή; Πόσες όμως παραμένουν στη μνήμη; Πόσες αφήνουν το ίχνος τους στην καθημερινότητά μας; Λέμε τότε ότι μια ιστορία έχει πετύχει το στόχο της. Όταν την επεξεργαζόμαστε και εκείνη μας μετουσιώνει, τότε η ενδελέχειά της έχει ολοκληρωθεί. Και τι γλυκό συναίσθημα, όταν το συμπέρασμά μας, αντέχει στο χρόνο…

Υπάρχουν βέβαια και οι άλλες ιστορίες. Γυροφέρνουν στο μυαλό, σαν πετραδάκι στο μαλακό σώμα του όστρακου. Μας γίνονται εμμονή. Ξένο σώμα που μας βαραίνει.

Κι αν κάποτε καταφέρουμε να σχηματοποιήσουμε συμπέρασμα, δεν πρόκειται για μαργαριτάρι. Κάποιες φορές δεν είναι παρά μια θαμπή πέτρα-αναμφίβολα σηκώνει επεξεργασία. Κι όμως τη φτύνουμε, σαν σάπιο δόντι. «Φτου», «Φτου», «Φτου σου». Κι εξακολουθούμε να δυσανασχετούμε.

Η ιστορία στο μυαλό δεν αλλάζει, δε φεύγει απ’ τη θέση της. Είναι τέλεια. Σφυρηλατημένη λέξη τη λέξη. Λέει μόνο όσα θέλει να πει. Και παραμένει.

Δύο είναι οι ιστορίες που έχω συναντήσει κατά την αναγνωστική μου ζωή, χαλίκια σκληρά στην άκρη του νου μου. Η μία είναι «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα». Τραγικά επίκαιρη, εν αναμονή, πάλι, των γιορτών. Σκέτο τραγική, όλες τις εποχές του χρόνου. Κάτι μέσα μου αντιδρά βίαια στην εικόνα της μικρής πάνω στο χιόνι, ν’ ανάβει ένα-ένα τα σπίρτα. Δε θα ήμουν ούτε δέκα χρονών όταν την πρωτοδιάβασα.

Με κάνει να σκέφτομαι ότι κάποιες ιστορίες δε θα έπρεπε να λέγονται. Με κάνει να σκέφτομαι ότι δεν πειράζει μια ιστορία να είναι απλά όμορφη, όπως ένα ανθισμένο παρτέρι ή μια ηλιόλουστη μέρα. Με κάνει να σκέφτομαι ότι κάποιες φορές, χρειαζόμαστε αμιγώς την παρηγοριά ενός παραμυθιού και τίποτα άλλο. Χωρίς το μήνυμα πίσω απ’ τις λέξεις. Χωρίς την ανάλυση των πολλαπλών τους ερμηνειών.

Η άλλη ιστορία είναι η παραβολή του Άσωτου υιού. Κατανοώ τη στάση του πατέρα. Η αγάπη προς τους δυο του γιούς ήταν ίσα μοιρασμένη. Με εξοργίζει όμως η αδικία, στα μάτια μου κατάφωρη. «Για μένα ποτέ δεν έσφαξες το μόσχο τον σιτευτό» κι είναι το παράπονο αυτό τόσο πρόδηλο που κάθε περαιτέρω σχολιασμός το αποδυναμώνει. Το να κατανικήσει κανείς τις αδυναμίες του, το να παραδεχτεί το σφάλμα του και ζητήσει συγχώρεση, θεωρείται ανώτερο από το να μην σφάλλει εξ’ αρχής.

Ανακυκλώνω τα κουκούτσια στα στόμα μου αργά. Παρά τη μικρή τους μάζα, μου φαίνονται απροσδόκητα βαριά. Η θέλησή μου ενάντια στη δική τους εδώ και χρόνια. Φτιάχνω έτσι χαρακτήρα. Μάλλον. Καθείς κι οι εμμονές του.

Tuesday, 12 August 2008

Η πόλη μου λίγο πριν έρθει το βράδυ ανάβει τα φώτα της ένα-ένα. Μοιάζει σα να περιμένει το σκοτάδι. Όταν εκείνο τελικά καταφτάσει, κρατάει την ανάσα της μέχρι το επόμενο ξημέρωμα.

Η πόλη μου είναι ήρεμη απόψε. Πού και πού ακούγεται κάπου μακριά ο γκιώνης. Τα αυτοκίνητα που τη διατρέχουν περνάνε ξαφνικά λίγα μέτρα μακριά μου κι ύστερα βαθμιαία απομακρύνονται ξανά παίρνοντας μαζί τους το θόρυβο.

Τα φώτα της ακινητούν ανάμεσα σε σκοτεινά μπαλώματα. Η θάλασσα στο βάθος χάνει την υπόστασή της τη νύχτα. Γίνεται ένας λεκές από σκουρόχρωμο μελάνι που δεν κινείται ούτε μουρμουρίζει σκοπούς. Γίνεται ένα κομμάτι νερό στο βάθος του ορίζοντα που δεν καθρεφτίζει το φως παρά το ρουφάει στα έγκατά του μέχρι την τελευταία σταγόνα. Η θάλασσα τη νύχτα μοιάζει με το χείλος του γκρεμού απ’ του οποίου την άκρη όποιος ρίχνεται δεν έχει γυρισμό. Η θάλασσα τη νύχτα, κατάμαυρη και σαγηνευτική, σαν τρύπα στην άκρη του κόσμου μας, σαν σκοτεινό πηγάδι στην άκρη του σύμπαντος, σαν τεράστια κόρη από μάτι αβλέφαρο που καραδοκεί.

Η πόλη μου είναι σκοτεινή απόψε. Περισσότερο κι απ’ τη θάλασσα που ρουφάει το φως με απληστία ερωμένης, τα σπίτια που κοιμούνται κι όλα τα παράθυρα που δε φωτίζονται κι όλες οι λάμπες που έχουν καεί κι όλα τα κεριά και τα καντήλια που δεν ανάβουν, όλα αυτά σα να ανασαίνουν, σα να ξεκουράζονται, να ανακουφίζονται. Τούτο το φως είναι που καμιά φορά φτάνει να πληγώνει τα μάτια με την τόση του δύναμη.

Ετούτη η νύχτα είναι απλά όπως όλες οι άλλες.. Η πόλη μου απλώνεται σα νωχελική παλλακίδα ανάμεσα στα πόδια του βουνού και τα δροσερά ψιθυρίσματα της θάλασσας. Πέρασε όλη τη μέρα γουργουρίζοντας-γάτα που απολαμβάνει τη θέρμη του ήλιου-και τώρα αναπαύεται αποσταμένη, ταυτόχρονα αγρότισσα, πολύκαρπη, πολύδωρη, ζωογόνα και λάγνα τουρίστρια που επιδεικνύει τα κάλλη της αδιακρίτως.

Η πόλη μου είναι ήρεμη απόψε. Ακούω την ήμερη ανάσα της καθώς κοιμάται. Όλη τη μέρα πάλευε να υποτάξει το είναι της, εκφρασμένο μέσα απ’ τους δεκάδες που την κατοικούν. Ο αέρας περνά από μέσα της και σε κάθε στενό αλλάζει άρωμα κι υφή καθώς τη διασχίζει. Τα τόσα πρόσωπά της με μαγεύουν και ταυτόχρονα μου προκαλούν αποστροφή. Είναι παλλόμενη σα μελίσσι και νεκρή σαν καράβι θαμμένο στο βυθό.

Η πόλη μου έχει δικό της ένα ελάχιστο κιτρινωπό φεγγάρι. Κρεμιέται αστήρικτο πάνω απ’ τα βουνά, πάνω απ’ τη θάλασσα, γερτό κι έτοιμο να κατρακυλήσει. Απόψε την τυλίγει μια αχνή ομίχλη. Σαν παιδική κουβερτούλα τη σκεπάζει, γεμίζει τους δρόμους και τις στέγες των σπιτιών με χνούδια που αιωρούνται και σου προκαλεί μια παρόρμηση να χωθείς μέσα της, να χαθείς μέσα της, να σε χορτάσει απατηλή, φεγγαρόλουστη απαλότητα. Σαν ανάσα άρρωστου μωρού, ακανόνιστη, νοτισμένη από ουσία γαλακτερή, σαν αυτή που γεννάει τα χειμωνιάτικα παραμύθια, η ομίχλη στενεύει τον κλοιό της σταδιακά γύρω απ’ την πόλη. Περπατά αθόρυβα πάνω στη θάλασσα χωρίς να προκαλέσει ούτε την ελάχιστη ρυτίδα στην επιφάνειά της, την κουρσεύει από ξηράς, ξεπροβάλλοντας άξαφνα μέσα απ’ τα δάση και τους χαμηλούς της λόφους, κατά τόπους πυκνή, κατά τόπους αραιή, πότε γίνεται έντονη και ξυπνά μνήμες από παρελθόντες καιρούς και εαυτούς, πότε χαϊδεύει σαν το απαλότερο αεράκι και ξεψυχά πριν φτάσει παρακάτω.

Η πόλη μου λίγο πριν έρθει το ξημέρωμα σβήνει τα φώτα της ένα-ένα. Μοιάζει σα να περιμένει το φως. Όταν εκείνο τελικά καταφτάσει, αναπνέει βαθιά και ήρεμα για μια ολόκληρη μέρα.

Monday, 2 June 2008

Βερσαλλίες

ή

Το παιχνίδι των εντυπώσεων

Στην πρώτη και μοναδική ως τώρα επίσκεψή μου στις Βερσαλλίες σκεφτόμουνα ότι το να ζει κανείς εκεί μέσα δεν πρέπει να διέφερε και πολύ απ’ το να ζει σε χρυσό κλουβί.

Ένας από τους πολλούς Λουδοβίκους είχε πει στην κόρη του να χορέψει παρουσία πλήθους στο σαλόνι στο οποίο δέχονταν τους επισκέπτες. Και είχε προσθέσει «Ανήκουμε στο λαό. Δεν έχουμε ιδιωτική ζωή». Οι γαλλίδες βασίλισσες για να αποδείξουν ότι το μωρό που έφερναν στον κόσμο ήταν όντως γόνος βασιλικός, γεννούσαν μπροστά σε κόσμο. Αξιωματικούς, λαϊκούς, ιερείς, αυλικούς και τον ίδιο το βασιλιά, βέβαια. Κάτι που μου έκανε μεγάλη εντύπωση: κάποιες φορές το μήνα, το πρωινό ξύπνημα του βασιλιά μετατρεπόταν σε ολόκληρη ιεροτελεστία. Αυλικοί και ιερείς έπαιρναν μέρος. Αφού τον ξυπνούσαν δήλωναν την υποταγή και τη λατρεία τους προς το άτομό του με τρόπο συμβολικό, με τελετουργία συγκεκριμένη. Χαρακτηριστικό της «κοινόχρηστης φύσης» του βασιλιά ήταν ότι η κρεβατοκάμαρά του βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο σαλόνι-αίθουσα ανεπίσημων ακροάσεων-χώρο συμβουλίων.

Η επίσκεψη αυτή με προβλημάτισε λιγάκι. Περισσότερο με ενόχλησε το γεγονός ότι δεν είχα ποτέ σκεφτεί πόσο κυριολεκτούμε όταν αποκαλούμε τους ανθρώπους που ασχολούνται με τα κοινά «δημόσια πρόσωπα». Παίρνοντας πλέον ως δεδομένο ότι η ουσία του χαρακτηρισμού αυτού ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, έφτασα να αναρωτιέμαι σε ποιο βαθμό αίρεται η ιδιωτικότητα του ατόμου. Ποια είναι τα όρια κι αν είναι το ίδιο το άτομο αυτό που αποφασίζει τι θεωρεί ιδιωτικό και τι δημόσιο στα πλαίσια της ζωής του, στα πλαίσια της ίδιας του της ύπαρξης. Και είναι αυτή η άρση, έστω και μερική, της ιδιωτικότητας, κι αν ναι σε ποιο βαθμό, μια μορφή, μια έκφραση της, τόσο απαραίτητης για ένα δημοκρατικό πολίτευμα, διαφάνειας, ένας τρόπος ελέγχου από αυτούς που παραχωρούν την εξουσία σ’ εκείνους που αναλαμβάνουν να τη διαχειρίζονται; Κι αν ναι, με ποιο αντίτιμο για τους κυβερνόντες; Την καταξίωση; Την υστεροφημία; Τους παχυλούς μισθούς; Τα προνόμια;

Όσο βρισκόμουνα στο παλάτι δεν μπορούσα να μη σκέφτομαι πόσο φοβισμένοι πρέπει να ήταν οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί, τουλάχιστον όσοι απ’ αυτούς είχαν αρκετή ενσυναίσθηση. Πόσο τρομοκρατημένοι θα ένιωθαν με τη συνειδητοποίηση ότι η εξουσία είναι κάτι το εφήμερο και ευάλωτο. Με την ιδέα ότι χάνεται τόσο εύκολα όσο αποκτιέται.

Κάπως έτσι σκεφτόμουνα και δεν με εντυπωσίασε και τόσο το περίφημο, το τεράστιο, το μεγαλεπήβολο παλάτι, οι ξακουστές Βερσαλλίες. Η βαριά διακόσμηση, η πληθωρική παρουσία των επίπλων σε βαθμό ασφυξίας, τα φορτωμένα με τοιχογραφίες ταβάνια, οι υπερβολικοί σε μέγεθος και θεματολογία πίνακες… Ο σκοπός τους ξεκάθαρος: το «εφέ», το παιχνίδι των εντυπώσεων… Η κραυγαλέα αυτή, για τα γούστα μου, απόπειρα κατάφερε μόνο να αυξήσει την ήδη κεκτημένη μου αίσθηση υπεροψίας, την αίσθηση εκείνου που νομίζει ότι διακρίνει πίσω και πέρα από την επιφάνεια των πραγμάτων, που θεωρεί ότι προσεγγίζει την ουσία τους και έχει το θράσος να την κρίνει φτωχή…

Στους κήπους της Μαρίας Αντουανέτας, οι οποίοι αποτελούν τμήμα του ίδιου του παλατιού, υπάρχει ένα μικρό σπιτάκι, σαν αγροτική φάρμα δίπλα στο μεγάλο κανάλι, ανάμεσα στα δέντρα. Εκείνη περνούσε αρκετό απ’ τον χρόνο της εκεί, παριστάνοντας πως δεν ήταν παρά μια απλή χωριατοπούλα. Δεν είναι αυτή η εικόνα αστεία και θλιβερή ταυτόχρονα, ο ηγεμόνας να χτίζει ένα σπίτι μέσα στο ίδιο του το σπίτι, να προσποιείται πως είναι κάποιος άλλος, να φορά ένα προσωπείο που του είναι καθ’ όλα ξένο, να μετατρέπει μια γωνιά απ’ το χρυσό κλουβί του, από το διαφανές ενυδρείο του, σε χώρο κατ’ επίφαση ιδιωτικό, σε ένα αλλόκοτο, παράδοξο τόλμημα για λίγο προσωπικό χώρο; Για λίγη προσωπική ζωή;

Εάν αυτού του είδους η διαφάνεια, αυτό το είδος του ελέγχου στη ζωή των κυβερνόντων αποτελεί όχι μόνο ένδειξη δημοκρατικότητας αλλά και ακρογωνιαίο λίθο του πολιτεύματος, τότε μήπως και σ’ εκείνο το πολίτευμα της απόλυτης μοναρχίας, της έλλειψης συντάγματος, της αυταπόδεικτης κυριαρχίας της αριστοκρατίας, μήπως σ’ αυτή του την, τυπική ίσως, έκφραση διαφάνειας μπορούμε να διακρίνουμε ψήγματα δημοκρατικότητας; Και, επεκτείνοντας τον συλλογισμό, υφίσταται στις μέρες μας τέτοιου είδους γνώση της ζωής και της καθημερινότητας των κυβερνόντων από αυτούς οι οποίοι έχουν παραχωρήσει στα χέρια τους την εξουσία; Απαντώ, όχι, αφού σήμερα διαχωρίζουμε τις λειτουργίες του ατόμου και αναγνωρίζουμε κάποια όρια, αναγνωρίζουμε το ελάχιστο δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή για τους κυβερνόντες μας, κάτι που ο γαλλικός λαός πριν τρεις αιώνες θα έβρισκε ανήκουστο. «Άρχων είσαι από τη στιγμή της γέννησής σου μέχρι τη στιγμή του θανάτου σου». Κάπως έτσι σκέφτομαι το βασικό μότο της μοναρχίας.

Η σκέψη όμως του πού σταματάει το δημόσιο πρόσωπο και πού ξεκινάει το ιδιωτικό παραμένει μετέωρη… Σταματά ποτέ κανείς να νιώθει το βάρος της ευθύνης; Μπαίνουν οι διεργασίες, εγκεφαλικές και πρακτικές, σε πρόγραμμα, σε χρονο- και χωροδιάγραμμα κατάλληλα προσαρμοσμένο στην υπόλοιπη, την άλλη ζωή του πρίγκιπα, του ηγεμόνα, του άρχοντα; Υπάρχουν όρια χρονικά (από τις 08:00 έως και τις 17:00); Υπάρχουν όρια γεωγραφικά (στο γραφείο, στη βιβλιοθήκη, στη βουλή, ποτέ στην κουζίνα, ποτέ στην κρεβατοκάμαρα); Ή μήπως όλα αυτά είναι απλή σημειολογία και η αλήθεια του σχολίου ενός από τους Λουδοβίκους επανακάμπτει απαστράπτουσα και μελαγχολική, ακόμα και εδώ, ακόμα και τώρα: «Ανήκουμε στο λαό. Δεν έχουμε ιδιωτική ζωή».

Tuesday, 13 May 2008

Μητέρες και κόρες

“But he who hath the steerage of my course, direct my sail.”

Παίρνω απόσταση. Παίρνω την απαραίτητη απόσταση που μου χρειάζεται από γεγονότα, από πρόσωπα, από συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, μήπως και τοποθετηθούν από μόνα τους τα πράγματα σε σφαίρα πιο αντικειμενική. Παίρνω απόσταση μεταφορική αλλά παίρνω και κυριολεκτική. Αποσύρομαι, μπαίνω για λίγο σε κάτι σαν αυτοσχέδια σπηλιά, γιατί, για μένα, θέλει ισάξιο σθένος να αντιμετωπίσει κανείς το φως και το σκοτάδι. Όταν τα μάτια μου συνηθίσουν στη νέα τους αυτή κατάσταση, όταν αρχίσω πάλι να προσαρμόζομαι στο νέο διαμορφωμένο μου εδώ και τώρα, όταν νιώσω ξανά άνετα, όταν θα έχω πια σχετικά βολευτεί, θα κάτσω στην άκρη της σπηλιάς και θα παρατηρήσω το ατέλειωτο παιχνίδι της νύχτας με τη μέρα. Το ακράγγιγμα του φωτός με το σκοτάδι. Την παράλληλη αίσθηση οικειότητας και αποξένωσης που είναι μόνο ένα απ’ τα παράδοξα.

Ίσως να μη μου πρέπουν ακόμα λόγια σαν αυτά που προτίθεμαι να ξεστομίσω, ίσως να μην είναι ακόμα η ώρα κατάλληλη, ίσως να ακουστούν στυφά, σκληρά, άκαιρα, σαν κρασί που δεν ήρθε η ώρα του να καταναλωθεί, σαν ουίσκι που το αναγκάζουν πολύ νωρίτερα να εγκαταλείψει το βαρέλι του. Ίσως τα λόγια μου να ωρίμαζαν, σαν αυτό το κρασί, σαν αυτό το ουίσκι, άμα άφηνα λίγο ακόμα το χρόνο να κάνει τα μαγικά του, ίσως πάλι να γινόταν το αντίθετο κι αυτή η αψάδα και τα αγκάθια που νιώθω τώρα καμιά φορά να με αγκυλώνουν, να γίνονταν ξύδι ανυπόφορο στη γεύση και στη μυρωδιά ή ίσως το ουίσκι μου να εξατμιζόταν απ’ το βαρέλι.

Παίρνω απόσταση. Δηλαδή φοβάμαι. Κάθομαι άκρη-άκρη στη σπηλιά κι αναρωτιέμαι από πού ν’ αρχίσω. Ψέμα. Πριν ακόμα το γράψω ήξερα ότι είναι ψέμα. Ξέρω. Ξέρω γιατί μπήκα στη σπηλιά, όπως επίσης ξέρω ότι τώρα που μπήκα δε θα βρω ησυχία αν δεν ολοκληρώσω αυτό που ξεκίνησα να κάνω. Ούτως ή άλλως, η αρχή είναι ίδια.

Η μάνα μου. Η μάνα της. Η μάνα τους. Η μάνα μας. Πώς να μιλήσω και πώς να διαφωνήσω, όταν στέκομαι εδώ και καταγράφω σκέψεις κι αισθήματα φορώντας τον χιτώνα και το προσωπείο μου, αυτό της κόρης, της κόρης μια γυναίκας που είναι κόρη, μιας γυναίκας που είναι κοινωνός μια σχέσης που εκτείνεται πολύ πίσω, στο γραμμικό χώρο, στο γραμμικό χρόνο;

Μήπως ν’ αφήσω το μούστο μου να γίνει κρασί; Μήπως να σωπάσω με σύνεση, μέχρις ότου κι η δική μου μήτρα υπάκουα φιλοξενήσει την απόγονό μου, της δώσει ζωή και υπόσταση, για να την ακούσω λίγα χρόνια μετά να κριτικάρει, όπως εγώ, την κάθε μου θέση και απόφαση; Εμένα που συνεχίζω την αλυσίδα, που από τρόμο ή συγκίνηση δεν την αφήνω ηθελημένα να σπάσει. Εμένα που γίνομαι κομμάτι της, με το ένα χέρι σφιχτά κρατώντας το χέρι της μάνας μου, με το άλλο αυτό της κόρης μου, να πορεύομαι, πιο ώριμη, ίσως, πιο συνετή, ίσως, πιο μετρημένη, αφού πια βρίσκομαι όχι στο άκρο αλλά στο μέσο της ανελέητης αλληλουχίας, η οποία οφείλει να εξακολουθήσει.

Η μάνα μου. Δεν έχει κοπεί. Ο ομφάλιος λώρος μεταξύ μας, δεν έχει κοπεί. Μικρά συρμάτινα σχοινάκια δεμένα σε κάθε κομμάτι του κορμιού μου συνδέονται άμεσα με κάθε σκέψη που εκείνη κάνει για μένα, με κάθε τι που εκείνη επιθυμεί και θα ήθελε να με δει να πραγματοποιώ.

Τα λόγια της με αγγίζουν πιο βαθιά απ’ οποιουδήποτε άλλου. Η κριτική της με προβληματίζει πιο έντονα και σε βάθος χρόνου. Οι αρχές της, οι αξίες της, τα ιδανικά τα οποία μου μετέδωσε με το πρώτο κιόλας γάλα, μορφοποιούν έννοιες αφηρημένες που με απαρτίζουν, δίνουν λύση και απόκριση, κάποιες φορές αυτόματη, σε ερωτήματα κι αναζητήσεις μου. Η διερευνητική της ματιά με ακολουθεί παντού. Το ξέρω αυτό το βλέμμα που όλο κάτι περιμένει, το αναγνωρίζω, μερικές φορές το προεξοφλώ. Αυτή η φωνή, αυτή η γνώμη, αυτή η σκέψη εκφρασμένη μέσα από ένα ξεκάθαρο, εύγλωττο βλέμμα, στιγμές-στιγμές φτάνει να με στοιχειώνει.

Περισσότερο όμως απ’ όσα δικά της μπορώ πάνω μου ν’ αριθμήσω, τρέμω αυτά που δεν έχω ακόμα εντοπίσει, όσα ακόμα αγνοώ, όσα ίσως ποτέ δε θα καταφέρω να αναγνωρίσω.

Φτάνει σε σημείο να φέρει κάτι το ερωτικό μέσα της ετούτη η σχέση με όλα τα σκαμπανεβάσματα της. Οι τραυματισμένοι εγωισμοί, η τρυφερότητα που εναλλάσσεται ταχύτατα με την οργή, η στοργή που μεταβολίζεται και αγγίζει τα όρια του μίσους… Τόσο έντονα, τόσο αντιφατικά συναισθήματα και να πρέπει να τα βιώνουμε, κι εσύ κι εγώ, να πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε, κάθε μέρα, κάθε φορά που η αγάπη ή η ανάγκη ή το φιλότιμο ή η συνήθεια μας φέρνουν σε επαφή, ανοίγουν ξανά και ξανά το κανάλι της επικοινωνίας μεταξύ μας.

Όπως με εγκολπώθηκες για να μου δώσεις ζωή, την αντίθετη ακριβώς διαδικασία ακολουθώ για να γίνω αυτοδύναμο, ανεξάρτητο, αυτάρκες άτομο. Με τη διαφορά ότι η δικιά σου διαδρομή διήρκεσε εννιά ατελείωτους μήνες. Η δικιά μου κρατάει μια ζωή…

Αχ ρε μάνα, σ’ ευχαριστώ που υπάρχω. Σ’ ευχαριστώ που σκέφτομαι, άρα υπάρχω. Σε κριτικάρω, άρα υπάρχω…

Saturday, 29 March 2008

25 χρόνια γάμου

Κάθονται στο ίδιο τραπέζι. Και μιλάνε. Ακόμα μιλάνε. Για τα παιδιά. Για τη δουλειά. Για τα ψώνια της εβδομάδας. Τις ελλείψεις και τ’ αποθέματα. Για τις κοινωνικές υποχρεώσεις, τις επιβεβλημένες συναναστροφές, τη συμμετοχή τους σε εκδηλώσεις. Και τι κρίμα που τώρα τελευταία όλο και πιο συχνά οι καιροί αποδεικνύονται μικρόψυχοι και τι κρίμα που τώρα τελευταία οι άνθρωποι όλο και πιο δύσκολα ξεφεύγουν από τις κλειστές πληγωμένες καρδιές τους…
Ξεκινάνε παλιές κουβέντες που πάντα τις αφήνουν στη μέση. Κάποιες φορές διακόπτουν ο ένας τον άλλον, με βλέμμα αφηρημένο, να ταξιδεύει στο κενό, βυθισμένο σε ταχύτατους συνειρμούς που σπάνια καταφέρνουν να βρουν έκφραση. Αναγνωρίζουν συχνά τις σκέψεις του άλλου πριν ο ίδιος τις συλλάβει. Με τον καιρό, κάποια μοντέλα συμπεριφοράς μεταξύ τους έχουν γίνει σε τέτοιο βαθμό προσωπικό βίωμα και συνήθεια, ώστε να προεξοφλούν απόψεις οι οποίες έχουν με τα χρόνια παγιωθεί και μοιάζουν σα να έχουν αρχίσει να αφυδατώνονται, όπως το δέρμα στα χέρια της, να γκριζάρουν, όπως οι κρόταφοί του.
Κάποιες φορές φτάνουν να επαναλαμβάνουν ο ένας στον άλλον κουβέντες χιλιοειπωμένες. Τότε κι εκείνοι δείχνουν να βαριούνται. Όχι ο ένας τον άλλο, όχι. Περισσότερο την αδυναμία τους να αποφύγουν τη δημιουργία της ατμόσφαιρας αυτής μεταξύ τους, παρότι αναγνωρίζουν πόσο τους κουράζει. Απομακρύνονται. Για λίγες στιγμές. Κι ύστερα ξαναγεννιέται αυτή τους η επιθυμία να αλληλοπροσεγγιστούν. Ασυναίσθητη, αυθόρμητη, αναλλοίωτη μέσα στα χρόνια. Κάπως τρυφερά, κάπως χιουμοριστικά, με λίγη παραίτηση αλλά και με ελπίδα, με μια γερή δόση συνήθειας γλυκιάς και πικρής, σα μικρά παιδιά, πλησιάζουν ο ένας τον άλλον.
Κάθονται στο ίδιο τραπέζι. Και μιλάνε. Ακόμα. Κοιτάζονται στα μάτια. Τις περισσότερες φορές. Αγγίζονται ακόμα. Το χέρι της πάντα στο πόδι του όταν εκείνος οδηγεί. Το πρώτο πράγμα που κάνει όταν επιστρέφει στο σπίτι το μεσημέρι απ’ τη δουλειά είναι να τη φιλήσει.
Εξακολουθεί να την πειράζει. Να της κάνει πλάκα. Να αστειεύεται με πράγματα που εκείνη θεωρεί ότι οφείλει κανείς να ασχολείται μαζί τους μόνο με την ύψιστη σοβαρότητα και προσοχή. Είναι ένας τρόπος να μασκαρεύει τη συγκίνησή του, όταν την ακούει, όταν την βλέπει να ενθουσιάζεται. Είναι ένας τρόπος να ελέγχει το θαυμασμό του…
Η φωνή της έχει πάντα έναν ιδιαίτερο τόνο όταν του μιλάει. Όταν γελάει με τα αστεία του. Το πράσινο στα μάτια της βαθαίνει κάποιες φορές όταν τον κοιτάζει. Καμιά φορά το πείσμα του, οι ακλόνητες απόψεις του για κάποια θέματα δείχνουν να τη θλίβουν, να την κουράζουν. Όμως κατά βάθος τον θαυμάζει για αυτή του την προσήλωση, για αυτή του την πίστη.
Απ’ τις κορυφαίες τους στιγμές είναι οι συζητήσεις τους για τα πολιτικά. Εκείνη επιχειρηματολογεί, με στέρεους συλλογισμούς παλεύει να διατηρήσει ζωντανές τις ελπίδες της. Εκείνος λιγότερο λογικός, εμφανώς απογοητευμένος παρεμβαίνει με σχόλια συνήθως συναισθηματικά, εκτρέποντας τη ροή των λόγων της. Εμμένουν πεισματικά κι οι δύο, ο καθένας στη θέση του, στη γωνιά του. Κατά βάθος, ούτε εδώ διαφωνούν. Έχουν διαφορετικό τρόπο να αντικρίζουν τα πράγματα, διαφορετικό τρόπο να τα ερμηνεύουν. Διαφορετικό τρόπο να ελπίζουν.
Μοιάζουνε πλήρεις. Οι δυο τους μαζί αλλά κι ο καθένας μόνος, με τον εαυτό του.
Θα ήταν ανώφελο να συζητήσει κανείς ένα-ένα όλα τα μικρά και τα μεγάλα που απαρτίζουν μια τέτοιου είδους σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων. Η λίστα θα αποδεικνυόταν ατελείωτη. Το πόσο ανθρώπινος, ή πόσο απάνθρωπος, είναι στην πραγματικότητα ο γάμος, η συμβίωση, δεν ορίζεται με λόγια, σε μία παράγραφο ή σε εκατό. Είναι οι ίδιες οι στιγμές μεταξύ των ατόμων, κάποιες βαθιά ζεστές άλλες απόλυτα αποξενωμένες, κάθε μία ξεχωριστά αλλά και στο σύνολό τους, αυτές που επαληθεύουν στην πράξη και μακροπρόθεσμα τις μικρές και τις μεγάλες επιτυχίες και αποτυχίες του.

Wednesday, 30 January 2008

Μια εξομολόγηση κι ένα ευχαριστώ


Πριν από όχι πολύ καιρό υπήρχε κάποιος στη ζωή μου. Η σκιά του έπιανε τόσο χώρο στην καρδιά μου, ώστε δεν έμενε σχεδόν καθόλου για οποιονδήποτε άλλον. Όλοι οι υπόλοιποι, ελάχιστοι και προσεκτικά διαλεγμένοι, πάλευαν να εισπνεύσουν λίγη αγάπη, στριμωγμένοι στα χιλιοστά που άφηνε η δική του παρουσία.

Η σκιά όμως είναι η έλλειψη φωτός και όχι η επαλήθευσή του. Η σκιά, αυτή που προ-υπήρχε του φωτός, θα έπρεπε να με είχε διδάξει λίγη σοφία.

Η μεταξύ μας αλληλεπίδραση υπήρξε έντονη, κάποιες φορές απελπισμένη ως προς τα θέλω της, άλλες φορές εναγώνια, φοβισμένη ανάμεσα στα τόσα αναπάντητα ερωτηματικά της. Μέχρι τότε ήμουνα πρόσωπο, μυαλό, καρδιά, χέρια, στήθος. Εκείνος μου δίδαξε πως είμαι και στομάχι, κύστη και έντερα, πόδια, πατούσες, μασχάλες, πλάτη. Μου δίδαξε ότι το σκοτάδι είναι εξίσου σημαντικό με το φως.

Περιπλανηθήκαμε. Δεν άντεξα πολύ. Μια φωνή μέσα μου επαναστατούσε, παρ’ όλα τα χρόνια μαζί, παρ’ όλη τη συνήθεια, παρ’ όλη την αγάπη. Αποτραβήχτηκα. Και βρέθηκα ξαφνικά σε μια κατάσταση μετέωρη μεταξύ μέρας και νύχτας. Όπως στο λυκαυγές, όταν υποχωρεί σιγά-σιγά το δηλητήριο κι ασπρίζει ο ουρανός αλλά δε φαίνεται ακόμα πουθενά ο ήλιος. Έτσι.

Αποτραβήχτηκα. Με καρδιά που τη νόμιζα ανεπανόρθωτα σπασμένη, ηθικό τσακισμένο, μυαλό αποπροσανατολισμένο. Με εγωισμό τραυματισμένο. Με την πίστη μου στους άλλους, σ’ εμένα πολύ κοντά στο μηδέν. Κούρνιασα σε μια γωνιά και περίμενα. Ανέπνεα. Ανοιγόκλεινα τα μάτια μου. Είχα πείσμα. Δεν έβλεπα μπροστά μου παρά μονάχα ένα τεράστιο ερωτηματικό να με χλευάζει. Πέρασαν κάποιοι μήνες. Έφυγε ο χειμώνας.

Και τότε… Τότε, ήρθε η Άνοιξη. Σκληρή. Αδυσώπητη. Απάνθρωπη. Με τα αιχμηρά της νύχια να γαντζώνονται παντού, τα ακονισμένα της δόντια να τραγανίζουν χωρίς διάκριση τα πάντα. Με την ανελέητη πρασινίλα της να πονάει τα μάτια. Η Άνοιξη. Η βιαιότητα προσωποποιημένη. Η διαταγή να ξυπνήσεις. Να σηκωθείς. Να βγεις απ’ τον λήθαργο. Να τινάξεις από πάνω σου τις στάχτες και τη σκόνη. Ν’ ανοίξεις διάπλατα τα παράθυρα, να πετάξεις από πάνω σου το πάπλωμα. Να ανανεωθείς. Να αναγεννηθείς. Η Άνοιξη. Ας είναι ευλογημένη.

Δεν ξέρω τι συνέβη. Δεν ξέρω πώς. Εκεί που η καρδιά μου ήτανε χώμα λασπερό, αγριολούλουδα άρχισαν να φυτρώνουν. Εκεί όπου δεν χωρούσαν παρά ελάχιστοι, εκτοπισμένοι από έναν μόνο άντρα και τη σκιά του, ο χώρος φάνηκε να μεγαλώνει. Ένα γιασεμί βρήκε πάτημα και σκαρφάλωσε ως το παράθυρό μου κι εκεί στη ρωγμή του τοίχου, εκεί, στη ρωγμή της καρδιάς μου, στάθηκε κι ελευθέρωσε όλη τη μοσχοβολιά του.

Πώς έγινε, πώς βρήκανε εκείνη τη ρωγμή, πώς τρύπωσαν έτσι ανεπαίσθητα και πλημμύρισαν την καρδιά μου εκείνες; Όμορφες, υπέροχες, μοναδικές, ιδιαίτερες, απίστευτες γυναίκες. Απλά μπήκαν. Κι έφεραν μαζί τους φως και χρώματα και μουσική και ποίηση και χαρά και στοργή κι αγάπη. Ποτάμι τα λόγια και τα χάδια τους κυλούσε προς τα μέσα μου κι άρχισαν να ξεδιψάνε οι ξεραμένοι μου σχεδόν κήποι. Κι όλα μέσα μου άρχισαν να ανθίζουν και να πρασινίζουν. Κι έξω, έξω η θάλασσα ξανακέρδισε αυτό το απερίγραπτο μεταλλικό της χρώμα κι ο ουρανός ξανά άρχισε να προσπαθεί να τη νικήσει σε ομορφιά. Και στεκόμουνα ακίνητη και σχεδόν προσευχόμουνα «Αν είναι όνειρο, κάνε να μην τελειώσει». Πόσα είχα ξεχάσει, πόσο είχα αφεθεί να λησμονήσω, πόσο είχα βυθιστεί σ’ ένα ατελείωτο κύλισμα προς τα μέσα, προς την πηγή απ’ όπου ανέβρυζε ο πληγωμένος ακόμα εγωισμός μου. Πόσο είχα αφεθεί κι είχα ξεχάσει ότι υπάρχει τόση ομορφιά;

Ως που ήρθανε εκείνες… Και μου δίδαξαν ξανά από την αρχή την Άνοιξη. Η παρουσία τους έφερε μόνο δώρα. Αλληλεγγύη, τρυφερότητα, φροντίδα, συντροφικότητα, ενδιαφέρον, γέλιο, κέφι, ζωή. Ήταν οι ίδιες ζωή. Μου δίδαξαν να είμαι ανεκτική. Μου δίδαξαν να μην κρίνω βασισμένη στην πρώτη εντύπωση. Μου δίδαξαν να είμαι ταπεινή. Μου δίδαξαν ότι δε χρειάζεται να παίρνω τον εαυτό μου τόσο στα σοβαρά. Μου δίδαξαν να αναλύω λιγότερο και να αποδέχομαι περισσότερο. Ή μάλλον όχι. Όχι μου δίδαξαν. Μου υπενθύμισαν. Μια ακόμη φορά.

Τις γυναίκες αυτές ακολούθησαν κάποιες άλλες γυναίκες. Πάλι υπέροχες, πάλι πανέμορφες, πάλι πληθωρικές σε λόγο και χάδι, πάλι θαυμάσιες, εκπληκτικές, πανέξυπνες, απίστευτες γυναίκες. Κι αυτή τη φορά ήμουνα προετοιμασμένη. Ήμουνα εξ’ αρχής ανοιχτή και έτοιμη. Κι ο σπόρος τους έπεσε σε πρόσφορο έδαφος. Τώρα περιμένω την Άνοιξη για να ανθίσω.

Τα δώρα τους, τα γενναιόδωρα χαμόγελα, η σοκολάτα όποτε τη ζητήσω, η θερμοφόρα όταν με πονάει η κοιλιά μου, το γάργαρο γέλιο τους μετά από τα χαζούλικα, κάποιες φορές, αστεία μου, οι στοργικές τους κουβέντες, η ματιά τους που δείχνει ότι νοιάζονται, οι στιλιστικές τους συμβουλές, τα απαλά τους χέρια στο μέτωπό μου όταν έχω πυρετό, η απλόχωρη αγκαλιά τους η πάντα πρόθυμη, μόνο και μόνο η χαρά του να μοιράζομαι μαζί τους μια όχι και τόσο συνηθισμένη καθημερινότητα, η αίσθηση ότι βρίσκονται εκεί, στο δίπλα δωμάτιο, στην άκρη του διαδρόμου, κάπου κοντά, κάπου μαζί, σίγουρα στην καρδιά μου.

Έμαθα να αγαπώ τα νεύρα και τα νάζια τους, τις ιδιοτροπίες, τα καπρίτσια και τις αδυναμίες τους. Έμαθα ν’ αναγνωρίζω τις φωνές τους, μπορώ να ονομάσω τουλάχιστον μία παραξενιά τους, μπορώ να σκεφτώ για την κάθε μία ένα δώρο που θα την ευχαριστούσε.

Εκείνες είναι το φως που ποτέ δε λιγοστεύει, η χαρά που μόνο μεγαλώνει, η αγάπη που έχει πάντοτε τον τελευταίο λόγο. Με γέμισαν εμπειρίες και αυθεντική συγκίνηση. Φεύγω κατά πολύ πιο πλούσια απ’ ότι ήρθα. Πόσο πιο ευλογημένη μπορεί να είναι μια ζωή;

[το Post αυτό είναι το μισό αφιερωμένο σ’ εκείνον-έχει γενέθλια σε 2-3 μέρες
το άλλο μισό είναι αφιερωμένο σ’ εκείνες-μαζί με τα φιλιά μου κι ένα μεγάλο ευχαριστώ, από το βάθη της ανοιξιάτικης, αναγεννημένης μου καρδιάς]

Friday, 11 January 2008

Σώματα

Μπορεί ίσως το σώμα να γίνει ποτέ η έκφραση της ψυχής; Τα σώματα λένε πάντα την αλήθεια. Τα σώματα ξέρουν καλά ποια είναι η πιο κατάλληλη ώρα για ένα φιλί. Ή για μία αγκαλιά. Οι δυνατότητές τους πολλές φορές έχουν θεωρηθεί περιορισμένες. Έρχεται όμως καιρός που καταρρίπτονται και οι πιο κραταιοί μύθοι. Τα σώματα στέκουν με κάποια ταπεινότητα. Είναι ό,τι δείχνουν και όχι κάτι άλλο. Είναι ό,τι φαίνονται. Η αλληλεπίδραση μεταξύ τους μπορεί κάποιες φορές να φτάσει μέχρι και τα όρια του μεταφυσικού. Ή ακόμα και να τα ξεπεράσει. Η αλληλεπίδραση μεταξύ τους μπορεί κάποιες φορές να μοιάζει με ιεροτελεστία.

Στο χορό, ο καβαλιέρος είναι αυτός που οδηγεί. Αυτός κατευθύνει τη ντάμα του, αυτός είναι υπεύθυνος για τις φιγούρες. Η σειρά με την οποία θα γίνουν καθορίζεται από εκείνον και μόνο. Εκείνη απλά ακολουθεί.

Υπάρχουν χοροί όπου το παιχνίδι της εξουσίας είναι κοινό. Εκείνος στέκεται. Την καλεί με το βλέμμα. Εκείνη δείχνει ν’ ανταποκρίνεται. Προχωρά προς το μέρος του αλλά λίγο πριν φτάσει σταματάει και του γυρνά την πλάτη. Απομακρύνεται. Εκείνος την κυνηγάει. Την αρπάζει. Η ένταση αυξάνεται. Βία, πάθος, πόθος, δύναμη, σκληρότητα. Δυο βήματα μπρος, ένα πίσω. Ο χορός τους μοιάζει με μακρόσυρτη περισυλλογή. Κοιτάζονται στα μάτια, πάντα στα μάτια, σαν αντίπαλοι που αναμετριούνται. Πολιορκούν ο ένας τον άλλο. Κι υποχωρούν ταυτόχρονα. Εκείνη ελίσσεται γύρω του. Αντιδρά, δεν υπακούει, δεν τον ακολουθεί στις κινήσεις που τις υπαγορεύει. Τη διώχνει. Τον κρατά σφιχτά. Όταν εκείνος κάνει πίσω, αρπάζεται από πάνω του. Εκείνος επιστρέφει. Κάνει να τη χαϊδέψει κι εκείνη τραβιέται μακριά του. Δείχνει να θυμώνει. Την αρπάζει ξανά και την κολλάει πάνω του. Με το χέρι της στο στήθος του τον σταματά.

Η πάλη τους συνεχίζεται. Μέχρι να τελειώσει η μουσική τα αισθήματά τους ανακυκλώνονται από τον ένα στον άλλο. Τα σώματά τους κάθε στιγμή εκφράζουν με εκπληκτική καθαρότητα όσα καμία πρόταση δε θα μπορούσε να αποδώσει. Το αέναο παιχνίδι του αρσενικού με το θηλυκό. Το ανελέητο κυνήγι του εαυτού. Την αναζήτηση του ετέρου. Τις αλλεπάλληλες απόπειρες για ισορροπία. Τα άκρα που τόσες φορές φτάνουν να ενώνονται. Τη μοναδική σχέση μεταξύ αντιπάλων, μεταξύ εχθρών, μεταξύ θηρευτή και θηράματος. Τη συσσωρευμένη ενέργεια, την ένταση, το βουβό πάθος της αγάπης.

Υπάρχουν χοροί όπου εκείνη μοιάζει με φιγούρα στα χέρια του. Την κινεί κατά βούληση, με απώτερο σκοπό να αναδείξει όλη την ομορφιά της κίνησης τους. Πίσω από την αρμονία της εικόνας που παρουσιάζουν υπάρχει προ-μελέτη. Συγκέντρωση. Η δική της απόφαση να υποχωρεί στη δική του κυριαρχία. Η δική του ευθύνη να κινεί τα νήματα και για τους δυο τους. Πίστη. Ότι εκείνος γνωρίζει. Εμπιστοσύνη. Ότι εκείνη θα τον ακολουθήσει. Αδιαπραγμάτευτο μεταξύ τους συμβόλαιο η τήρηση αυτής της συμφωνίας. Τα σώματα υπάκουα, παίζουν τον ρόλο που τους ανέθεσε ο δικτάτορας εγκέφαλος. Μέχρι τέλους.

Είναι αλλιώτικος τούτος ο χορός. Κάποιοι θα τον αποκαλούσαν ίσως «βαρετό» ή «ξεπερασμένο». Εκείνοι όμως κοιτάζονται στα μάτια και συνεχίζουν. Για κάθε δικό του βήμα μπρος, εκείνη θα κάνει ένα πίσω. Και το αντίστροφο. Η μεταξύ τους ισορροπία αδιατάρακτη, οι καρδιές τους χτυπάνε σαν μία.

Το σώμα της και το δικό του. Μοιάζουν ταυτόχρονα και οι δύο σα δέντρο δυνατό, με ρίζες βαθιές και κλαδιά που απλώνονται ν’ αγγίξουν τον ορίζοντα. Γύρω απ’ το δέντρο τυλιγμένος κισσός. Τα φύλλα κι οι λεπτοί του κλώνοι μπερδεμένα φτιάχνουν πυκνή, αδιαπέραστη πανοπλία που αγκαλιάζει τον κορμό του δέντρου ολόκληρο. Κι αν ήθελε κανείς να ξεχωρίσει αν είναι το δέντρο που προσφέρει έρεισμα στον κισσό ν’ ανέβει ή αν είναι ο κισσός αυτός που στηρίζει το δέντρο κι όλη του τη μεγαλοσύνη, δε θα μπορούσε…