Wednesday, 30 January 2008

Μια εξομολόγηση κι ένα ευχαριστώ


Πριν από όχι πολύ καιρό υπήρχε κάποιος στη ζωή μου. Η σκιά του έπιανε τόσο χώρο στην καρδιά μου, ώστε δεν έμενε σχεδόν καθόλου για οποιονδήποτε άλλον. Όλοι οι υπόλοιποι, ελάχιστοι και προσεκτικά διαλεγμένοι, πάλευαν να εισπνεύσουν λίγη αγάπη, στριμωγμένοι στα χιλιοστά που άφηνε η δική του παρουσία.

Η σκιά όμως είναι η έλλειψη φωτός και όχι η επαλήθευσή του. Η σκιά, αυτή που προ-υπήρχε του φωτός, θα έπρεπε να με είχε διδάξει λίγη σοφία.

Η μεταξύ μας αλληλεπίδραση υπήρξε έντονη, κάποιες φορές απελπισμένη ως προς τα θέλω της, άλλες φορές εναγώνια, φοβισμένη ανάμεσα στα τόσα αναπάντητα ερωτηματικά της. Μέχρι τότε ήμουνα πρόσωπο, μυαλό, καρδιά, χέρια, στήθος. Εκείνος μου δίδαξε πως είμαι και στομάχι, κύστη και έντερα, πόδια, πατούσες, μασχάλες, πλάτη. Μου δίδαξε ότι το σκοτάδι είναι εξίσου σημαντικό με το φως.

Περιπλανηθήκαμε. Δεν άντεξα πολύ. Μια φωνή μέσα μου επαναστατούσε, παρ’ όλα τα χρόνια μαζί, παρ’ όλη τη συνήθεια, παρ’ όλη την αγάπη. Αποτραβήχτηκα. Και βρέθηκα ξαφνικά σε μια κατάσταση μετέωρη μεταξύ μέρας και νύχτας. Όπως στο λυκαυγές, όταν υποχωρεί σιγά-σιγά το δηλητήριο κι ασπρίζει ο ουρανός αλλά δε φαίνεται ακόμα πουθενά ο ήλιος. Έτσι.

Αποτραβήχτηκα. Με καρδιά που τη νόμιζα ανεπανόρθωτα σπασμένη, ηθικό τσακισμένο, μυαλό αποπροσανατολισμένο. Με εγωισμό τραυματισμένο. Με την πίστη μου στους άλλους, σ’ εμένα πολύ κοντά στο μηδέν. Κούρνιασα σε μια γωνιά και περίμενα. Ανέπνεα. Ανοιγόκλεινα τα μάτια μου. Είχα πείσμα. Δεν έβλεπα μπροστά μου παρά μονάχα ένα τεράστιο ερωτηματικό να με χλευάζει. Πέρασαν κάποιοι μήνες. Έφυγε ο χειμώνας.

Και τότε… Τότε, ήρθε η Άνοιξη. Σκληρή. Αδυσώπητη. Απάνθρωπη. Με τα αιχμηρά της νύχια να γαντζώνονται παντού, τα ακονισμένα της δόντια να τραγανίζουν χωρίς διάκριση τα πάντα. Με την ανελέητη πρασινίλα της να πονάει τα μάτια. Η Άνοιξη. Η βιαιότητα προσωποποιημένη. Η διαταγή να ξυπνήσεις. Να σηκωθείς. Να βγεις απ’ τον λήθαργο. Να τινάξεις από πάνω σου τις στάχτες και τη σκόνη. Ν’ ανοίξεις διάπλατα τα παράθυρα, να πετάξεις από πάνω σου το πάπλωμα. Να ανανεωθείς. Να αναγεννηθείς. Η Άνοιξη. Ας είναι ευλογημένη.

Δεν ξέρω τι συνέβη. Δεν ξέρω πώς. Εκεί που η καρδιά μου ήτανε χώμα λασπερό, αγριολούλουδα άρχισαν να φυτρώνουν. Εκεί όπου δεν χωρούσαν παρά ελάχιστοι, εκτοπισμένοι από έναν μόνο άντρα και τη σκιά του, ο χώρος φάνηκε να μεγαλώνει. Ένα γιασεμί βρήκε πάτημα και σκαρφάλωσε ως το παράθυρό μου κι εκεί στη ρωγμή του τοίχου, εκεί, στη ρωγμή της καρδιάς μου, στάθηκε κι ελευθέρωσε όλη τη μοσχοβολιά του.

Πώς έγινε, πώς βρήκανε εκείνη τη ρωγμή, πώς τρύπωσαν έτσι ανεπαίσθητα και πλημμύρισαν την καρδιά μου εκείνες; Όμορφες, υπέροχες, μοναδικές, ιδιαίτερες, απίστευτες γυναίκες. Απλά μπήκαν. Κι έφεραν μαζί τους φως και χρώματα και μουσική και ποίηση και χαρά και στοργή κι αγάπη. Ποτάμι τα λόγια και τα χάδια τους κυλούσε προς τα μέσα μου κι άρχισαν να ξεδιψάνε οι ξεραμένοι μου σχεδόν κήποι. Κι όλα μέσα μου άρχισαν να ανθίζουν και να πρασινίζουν. Κι έξω, έξω η θάλασσα ξανακέρδισε αυτό το απερίγραπτο μεταλλικό της χρώμα κι ο ουρανός ξανά άρχισε να προσπαθεί να τη νικήσει σε ομορφιά. Και στεκόμουνα ακίνητη και σχεδόν προσευχόμουνα «Αν είναι όνειρο, κάνε να μην τελειώσει». Πόσα είχα ξεχάσει, πόσο είχα αφεθεί να λησμονήσω, πόσο είχα βυθιστεί σ’ ένα ατελείωτο κύλισμα προς τα μέσα, προς την πηγή απ’ όπου ανέβρυζε ο πληγωμένος ακόμα εγωισμός μου. Πόσο είχα αφεθεί κι είχα ξεχάσει ότι υπάρχει τόση ομορφιά;

Ως που ήρθανε εκείνες… Και μου δίδαξαν ξανά από την αρχή την Άνοιξη. Η παρουσία τους έφερε μόνο δώρα. Αλληλεγγύη, τρυφερότητα, φροντίδα, συντροφικότητα, ενδιαφέρον, γέλιο, κέφι, ζωή. Ήταν οι ίδιες ζωή. Μου δίδαξαν να είμαι ανεκτική. Μου δίδαξαν να μην κρίνω βασισμένη στην πρώτη εντύπωση. Μου δίδαξαν να είμαι ταπεινή. Μου δίδαξαν ότι δε χρειάζεται να παίρνω τον εαυτό μου τόσο στα σοβαρά. Μου δίδαξαν να αναλύω λιγότερο και να αποδέχομαι περισσότερο. Ή μάλλον όχι. Όχι μου δίδαξαν. Μου υπενθύμισαν. Μια ακόμη φορά.

Τις γυναίκες αυτές ακολούθησαν κάποιες άλλες γυναίκες. Πάλι υπέροχες, πάλι πανέμορφες, πάλι πληθωρικές σε λόγο και χάδι, πάλι θαυμάσιες, εκπληκτικές, πανέξυπνες, απίστευτες γυναίκες. Κι αυτή τη φορά ήμουνα προετοιμασμένη. Ήμουνα εξ’ αρχής ανοιχτή και έτοιμη. Κι ο σπόρος τους έπεσε σε πρόσφορο έδαφος. Τώρα περιμένω την Άνοιξη για να ανθίσω.

Τα δώρα τους, τα γενναιόδωρα χαμόγελα, η σοκολάτα όποτε τη ζητήσω, η θερμοφόρα όταν με πονάει η κοιλιά μου, το γάργαρο γέλιο τους μετά από τα χαζούλικα, κάποιες φορές, αστεία μου, οι στοργικές τους κουβέντες, η ματιά τους που δείχνει ότι νοιάζονται, οι στιλιστικές τους συμβουλές, τα απαλά τους χέρια στο μέτωπό μου όταν έχω πυρετό, η απλόχωρη αγκαλιά τους η πάντα πρόθυμη, μόνο και μόνο η χαρά του να μοιράζομαι μαζί τους μια όχι και τόσο συνηθισμένη καθημερινότητα, η αίσθηση ότι βρίσκονται εκεί, στο δίπλα δωμάτιο, στην άκρη του διαδρόμου, κάπου κοντά, κάπου μαζί, σίγουρα στην καρδιά μου.

Έμαθα να αγαπώ τα νεύρα και τα νάζια τους, τις ιδιοτροπίες, τα καπρίτσια και τις αδυναμίες τους. Έμαθα ν’ αναγνωρίζω τις φωνές τους, μπορώ να ονομάσω τουλάχιστον μία παραξενιά τους, μπορώ να σκεφτώ για την κάθε μία ένα δώρο που θα την ευχαριστούσε.

Εκείνες είναι το φως που ποτέ δε λιγοστεύει, η χαρά που μόνο μεγαλώνει, η αγάπη που έχει πάντοτε τον τελευταίο λόγο. Με γέμισαν εμπειρίες και αυθεντική συγκίνηση. Φεύγω κατά πολύ πιο πλούσια απ’ ότι ήρθα. Πόσο πιο ευλογημένη μπορεί να είναι μια ζωή;

[το Post αυτό είναι το μισό αφιερωμένο σ’ εκείνον-έχει γενέθλια σε 2-3 μέρες
το άλλο μισό είναι αφιερωμένο σ’ εκείνες-μαζί με τα φιλιά μου κι ένα μεγάλο ευχαριστώ, από το βάθη της ανοιξιάτικης, αναγεννημένης μου καρδιάς]

Friday, 11 January 2008

Σώματα

Μπορεί ίσως το σώμα να γίνει ποτέ η έκφραση της ψυχής; Τα σώματα λένε πάντα την αλήθεια. Τα σώματα ξέρουν καλά ποια είναι η πιο κατάλληλη ώρα για ένα φιλί. Ή για μία αγκαλιά. Οι δυνατότητές τους πολλές φορές έχουν θεωρηθεί περιορισμένες. Έρχεται όμως καιρός που καταρρίπτονται και οι πιο κραταιοί μύθοι. Τα σώματα στέκουν με κάποια ταπεινότητα. Είναι ό,τι δείχνουν και όχι κάτι άλλο. Είναι ό,τι φαίνονται. Η αλληλεπίδραση μεταξύ τους μπορεί κάποιες φορές να φτάσει μέχρι και τα όρια του μεταφυσικού. Ή ακόμα και να τα ξεπεράσει. Η αλληλεπίδραση μεταξύ τους μπορεί κάποιες φορές να μοιάζει με ιεροτελεστία.

Στο χορό, ο καβαλιέρος είναι αυτός που οδηγεί. Αυτός κατευθύνει τη ντάμα του, αυτός είναι υπεύθυνος για τις φιγούρες. Η σειρά με την οποία θα γίνουν καθορίζεται από εκείνον και μόνο. Εκείνη απλά ακολουθεί.

Υπάρχουν χοροί όπου το παιχνίδι της εξουσίας είναι κοινό. Εκείνος στέκεται. Την καλεί με το βλέμμα. Εκείνη δείχνει ν’ ανταποκρίνεται. Προχωρά προς το μέρος του αλλά λίγο πριν φτάσει σταματάει και του γυρνά την πλάτη. Απομακρύνεται. Εκείνος την κυνηγάει. Την αρπάζει. Η ένταση αυξάνεται. Βία, πάθος, πόθος, δύναμη, σκληρότητα. Δυο βήματα μπρος, ένα πίσω. Ο χορός τους μοιάζει με μακρόσυρτη περισυλλογή. Κοιτάζονται στα μάτια, πάντα στα μάτια, σαν αντίπαλοι που αναμετριούνται. Πολιορκούν ο ένας τον άλλο. Κι υποχωρούν ταυτόχρονα. Εκείνη ελίσσεται γύρω του. Αντιδρά, δεν υπακούει, δεν τον ακολουθεί στις κινήσεις που τις υπαγορεύει. Τη διώχνει. Τον κρατά σφιχτά. Όταν εκείνος κάνει πίσω, αρπάζεται από πάνω του. Εκείνος επιστρέφει. Κάνει να τη χαϊδέψει κι εκείνη τραβιέται μακριά του. Δείχνει να θυμώνει. Την αρπάζει ξανά και την κολλάει πάνω του. Με το χέρι της στο στήθος του τον σταματά.

Η πάλη τους συνεχίζεται. Μέχρι να τελειώσει η μουσική τα αισθήματά τους ανακυκλώνονται από τον ένα στον άλλο. Τα σώματά τους κάθε στιγμή εκφράζουν με εκπληκτική καθαρότητα όσα καμία πρόταση δε θα μπορούσε να αποδώσει. Το αέναο παιχνίδι του αρσενικού με το θηλυκό. Το ανελέητο κυνήγι του εαυτού. Την αναζήτηση του ετέρου. Τις αλλεπάλληλες απόπειρες για ισορροπία. Τα άκρα που τόσες φορές φτάνουν να ενώνονται. Τη μοναδική σχέση μεταξύ αντιπάλων, μεταξύ εχθρών, μεταξύ θηρευτή και θηράματος. Τη συσσωρευμένη ενέργεια, την ένταση, το βουβό πάθος της αγάπης.

Υπάρχουν χοροί όπου εκείνη μοιάζει με φιγούρα στα χέρια του. Την κινεί κατά βούληση, με απώτερο σκοπό να αναδείξει όλη την ομορφιά της κίνησης τους. Πίσω από την αρμονία της εικόνας που παρουσιάζουν υπάρχει προ-μελέτη. Συγκέντρωση. Η δική της απόφαση να υποχωρεί στη δική του κυριαρχία. Η δική του ευθύνη να κινεί τα νήματα και για τους δυο τους. Πίστη. Ότι εκείνος γνωρίζει. Εμπιστοσύνη. Ότι εκείνη θα τον ακολουθήσει. Αδιαπραγμάτευτο μεταξύ τους συμβόλαιο η τήρηση αυτής της συμφωνίας. Τα σώματα υπάκουα, παίζουν τον ρόλο που τους ανέθεσε ο δικτάτορας εγκέφαλος. Μέχρι τέλους.

Είναι αλλιώτικος τούτος ο χορός. Κάποιοι θα τον αποκαλούσαν ίσως «βαρετό» ή «ξεπερασμένο». Εκείνοι όμως κοιτάζονται στα μάτια και συνεχίζουν. Για κάθε δικό του βήμα μπρος, εκείνη θα κάνει ένα πίσω. Και το αντίστροφο. Η μεταξύ τους ισορροπία αδιατάρακτη, οι καρδιές τους χτυπάνε σαν μία.

Το σώμα της και το δικό του. Μοιάζουν ταυτόχρονα και οι δύο σα δέντρο δυνατό, με ρίζες βαθιές και κλαδιά που απλώνονται ν’ αγγίξουν τον ορίζοντα. Γύρω απ’ το δέντρο τυλιγμένος κισσός. Τα φύλλα κι οι λεπτοί του κλώνοι μπερδεμένα φτιάχνουν πυκνή, αδιαπέραστη πανοπλία που αγκαλιάζει τον κορμό του δέντρου ολόκληρο. Κι αν ήθελε κανείς να ξεχωρίσει αν είναι το δέντρο που προσφέρει έρεισμα στον κισσό ν’ ανέβει ή αν είναι ο κισσός αυτός που στηρίζει το δέντρο κι όλη του τη μεγαλοσύνη, δε θα μπορούσε…