Μια εξομολόγηση κι ένα ευχαριστώ
Πριν από όχι πολύ καιρό υπήρχε κάποιος στη ζωή μου. Η σκιά του έπιανε τόσο χώρο στην καρδιά μου, ώστε δεν έμενε σχεδόν καθόλου για οποιονδήποτε άλλον. Όλοι οι υπόλοιποι, ελάχιστοι και προσεκτικά διαλεγμένοι, πάλευαν να εισπνεύσουν λίγη αγάπη, στριμωγμένοι στα χιλιοστά που άφηνε η δική του παρουσία.
Η σκιά όμως είναι η έλλειψη φωτός και όχι η επαλήθευσή του. Η σκιά, αυτή που προ-υπήρχε του φωτός, θα έπρεπε να με είχε διδάξει λίγη σοφία.
Η μεταξύ μας αλληλεπίδραση υπήρξε έντονη, κάποιες φορές απελπισμένη ως προς τα θέλω της, άλλες φορές εναγώνια, φοβισμένη ανάμεσα στα τόσα αναπάντητα ερωτηματικά της. Μέχρι τότε ήμουνα πρόσωπο, μυαλό, καρδιά, χέρια, στήθος. Εκείνος μου δίδαξε πως είμαι και στομάχι, κύστη και έντερα, πόδια, πατούσες, μασχάλες, πλάτη. Μου δίδαξε ότι το σκοτάδι είναι εξίσου σημαντικό με το φως.
Περιπλανηθήκαμε. Δεν άντεξα πολύ. Μια φωνή μέσα μου επαναστατούσε, παρ’ όλα τα χρόνια μαζί, παρ’ όλη τη συνήθεια, παρ’ όλη την αγάπη. Αποτραβήχτηκα. Και βρέθηκα ξαφνικά σε μια κατάσταση μετέωρη μεταξύ μέρας και νύχτας. Όπως στο λυκαυγές, όταν υποχωρεί σιγά-σιγά το δηλητήριο κι ασπρίζει ο ουρανός αλλά δε φαίνεται ακόμα πουθενά ο ήλιος. Έτσι.
Αποτραβήχτηκα. Με καρδιά που τη νόμιζα ανεπανόρθωτα σπασμένη, ηθικό τσακισμένο, μυαλό αποπροσανατολισμένο. Με εγωισμό τραυματισμένο. Με την πίστη μου στους άλλους, σ’ εμένα πολύ κοντά στο μηδέν. Κούρνιασα σε μια γωνιά και περίμενα. Ανέπνεα. Ανοιγόκλεινα τα μάτια μου. Είχα πείσμα. Δεν έβλεπα μπροστά μου παρά μονάχα ένα τεράστιο ερωτηματικό να με χλευάζει. Πέρασαν κάποιοι μήνες. Έφυγε ο χειμώνας.
Και τότε… Τότε, ήρθε η Άνοιξη. Σκληρή. Αδυσώπητη. Απάνθρωπη. Με τα αιχμηρά της νύχια να γαντζώνονται παντού, τα ακονισμένα της δόντια να τραγανίζουν χωρίς διάκριση τα πάντα. Με την ανελέητη πρασινίλα της να πονάει τα μάτια. Η Άνοιξη. Η βιαιότητα προσωποποιημένη. Η διαταγή να ξυπνήσεις. Να σηκωθείς. Να βγεις απ’ τον λήθαργο. Να τινάξεις από πάνω σου τις στάχτες και τη σκόνη. Ν’ ανοίξεις διάπλατα τα παράθυρα, να πετάξεις από πάνω σου το πάπλωμα. Να ανανεωθείς. Να αναγεννηθείς. Η Άνοιξη. Ας είναι ευλογημένη.
Δεν ξέρω τι συνέβη. Δεν ξέρω πώς. Εκεί που η καρδιά μου ήτανε χώμα λασπερό, αγριολούλουδα άρχισαν να φυτρώνουν. Εκεί όπου δεν χωρούσαν παρά ελάχιστοι, εκτοπισμένοι από έναν μόνο άντρα και τη σκιά του, ο χώρος φάνηκε να μεγαλώνει. Ένα γιασεμί βρήκε πάτημα και σκαρφάλωσε ως το παράθυρό μου κι εκεί στη ρωγμή του τοίχου, εκεί, στη ρωγμή της καρδιάς μου, στάθηκε κι ελευθέρωσε όλη τη μοσχοβολιά του.
Πώς έγινε, πώς βρήκανε εκείνη τη ρωγμή, πώς τρύπωσαν έτσι ανεπαίσθητα και πλημμύρισαν την καρδιά μου εκείνες; Όμορφες, υπέροχες, μοναδικές, ιδιαίτερες, απίστευτες γυναίκες. Απλά μπήκαν. Κι έφεραν μαζί τους φως και χρώματα και μουσική και ποίηση και χαρά και στοργή κι αγάπη. Ποτάμι τα λόγια και τα χάδια τους κυλούσε προς τα μέσα μου κι άρχισαν να ξεδιψάνε οι ξεραμένοι μου σχεδόν κήποι. Κι όλα μέσα μου άρχισαν να ανθίζουν και να πρασινίζουν. Κι έξω, έξω η θάλασσα ξανακέρδισε αυτό το απερίγραπτο μεταλλικό της χρώμα κι ο ουρανός ξανά άρχισε να προσπαθεί να τη νικήσει σε ομορφιά. Και στεκόμουνα ακίνητη και σχεδόν προσευχόμουνα «Αν είναι όνειρο, κάνε να μην τελειώσει». Πόσα είχα ξεχάσει, πόσο είχα αφεθεί να λησμονήσω, πόσο είχα βυθιστεί σ’ ένα ατελείωτο κύλισμα προς τα μέσα, προς την πηγή απ’ όπου ανέβρυζε ο πληγωμένος ακόμα εγωισμός μου. Πόσο είχα αφεθεί κι είχα ξεχάσει ότι υπάρχει τόση ομορφιά;
Ως που ήρθανε εκείνες… Και μου δίδαξαν ξανά από την αρχή την Άνοιξη. Η παρουσία τους έφερε μόνο δώρα. Αλληλεγγύη, τρυφερότητα, φροντίδα, συντροφικότητα, ενδιαφέρον, γέλιο, κέφι, ζωή. Ήταν οι ίδιες ζωή. Μου δίδαξαν να είμαι ανεκτική. Μου δίδαξαν να μην κρίνω βασισμένη στην πρώτη εντύπωση. Μου δίδαξαν να είμαι ταπεινή. Μου δίδαξαν ότι δε χρειάζεται να παίρνω τον εαυτό μου τόσο στα σοβαρά. Μου δίδαξαν να αναλύω λιγότερο και να αποδέχομαι περισσότερο. Ή μάλλον όχι. Όχι μου δίδαξαν. Μου υπενθύμισαν. Μια ακόμη φορά.
Τις γυναίκες αυτές ακολούθησαν κάποιες άλλες γυναίκες. Πάλι υπέροχες, πάλι πανέμορφες, πάλι πληθωρικές σε λόγο και χάδι, πάλι θαυμάσιες, εκπληκτικές, πανέξυπνες, απίστευτες γυναίκες. Κι αυτή τη φορά ήμουνα προετοιμασμένη. Ήμουνα εξ’ αρχής ανοιχτή και έτοιμη. Κι ο σπόρος τους έπεσε σε πρόσφορο έδαφος. Τώρα περιμένω την Άνοιξη για να ανθίσω.
Τα δώρα τους, τα γενναιόδωρα χαμόγελα, η σοκολάτα όποτε τη ζητήσω, η θερμοφόρα όταν με πονάει η κοιλιά μου, το γάργαρο γέλιο τους μετά από τα χαζούλικα, κάποιες φορές, αστεία μου, οι στοργικές τους κουβέντες, η ματιά τους που δείχνει ότι νοιάζονται, οι στιλιστικές τους συμβουλές, τα απαλά τους χέρια στο μέτωπό μου όταν έχω πυρετό, η απλόχωρη αγκαλιά τους η πάντα πρόθυμη, μόνο και μόνο η χαρά του να μοιράζομαι μαζί τους μια όχι και τόσο συνηθισμένη καθημερινότητα, η αίσθηση ότι βρίσκονται εκεί, στο δίπλα δωμάτιο, στην άκρη του διαδρόμου, κάπου κοντά, κάπου μαζί, σίγουρα στην καρδιά μου.
Έμαθα να αγαπώ τα νεύρα και τα νάζια τους, τις ιδιοτροπίες, τα καπρίτσια και τις αδυναμίες τους. Έμαθα ν’ αναγνωρίζω τις φωνές τους, μπορώ να ονομάσω τουλάχιστον μία παραξενιά τους, μπορώ να σκεφτώ για την κάθε μία ένα δώρο που θα την ευχαριστούσε.
Εκείνες είναι το φως που ποτέ δε λιγοστεύει, η χαρά που μόνο μεγαλώνει, η αγάπη που έχει πάντοτε τον τελευταίο λόγο. Με γέμισαν εμπειρίες και αυθεντική συγκίνηση. Φεύγω κατά πολύ πιο πλούσια απ’ ότι ήρθα. Πόσο πιο ευλογημένη μπορεί να είναι μια ζωή;
το άλλο μισό είναι αφιερωμένο σ’ εκείνες-μαζί με τα φιλιά μου κι ένα μεγάλο ευχαριστώ, από το βάθη της ανοιξιάτικης, αναγεννημένης μου καρδιάς]
2 comments:
Μια διορθωση.. δεν τον αφησες,αυτος αφησε για λιγο τη ζωη.Δεν ανησυχω για σενα.Θα τον βρεις τον δρομο σου κ ηδη το πας καλα..Ελπιζω μοναχα να μην κανεις κυκλους...
No rest for the wicked..
;)
Take care re..
Bill F.
( www.art-fishy.blogspot.com )
Post a Comment