Η πόλη μου λίγο πριν έρθει το βράδυ ανάβει τα φώτα της ένα-ένα. Μοιάζει σα να περιμένει το σκοτάδι. Όταν εκείνο τελικά καταφτάσει, κρατάει την ανάσα της μέχρι το επόμενο ξημέρωμα.
Η πόλη μου είναι ήρεμη απόψε. Πού και πού ακούγεται κάπου μακριά ο γκιώνης. Τα αυτοκίνητα που τη διατρέχουν περνάνε ξαφνικά λίγα μέτρα μακριά μου κι ύστερα βαθμιαία απομακρύνονται ξανά παίρνοντας μαζί τους το θόρυβο.
Τα φώτα της ακινητούν ανάμεσα σε σκοτεινά μπαλώματα. Η θάλασσα στο βάθος χάνει την υπόστασή της τη νύχτα. Γίνεται ένας λεκές από σκουρόχρωμο μελάνι που δεν κινείται ούτε μουρμουρίζει σκοπούς. Γίνεται ένα κομμάτι νερό στο βάθος του ορίζοντα που δεν καθρεφτίζει το φως παρά το ρουφάει στα έγκατά του μέχρι την τελευταία σταγόνα. Η θάλασσα τη νύχτα μοιάζει με το χείλος του γκρεμού απ’ του οποίου την άκρη όποιος ρίχνεται δεν έχει γυρισμό. Η θάλασσα τη νύχτα, κατάμαυρη και σαγηνευτική, σαν τρύπα στην άκρη του κόσμου μας, σαν σκοτεινό πηγάδι στην άκρη του σύμπαντος, σαν τεράστια κόρη από μάτι αβλέφαρο που καραδοκεί.
Η πόλη μου είναι σκοτεινή απόψε. Περισσότερο κι απ’ τη θάλασσα που ρουφάει το φως με απληστία ερωμένης, τα σπίτια που κοιμούνται κι όλα τα παράθυρα που δε φωτίζονται κι όλες οι λάμπες που έχουν καεί κι όλα τα κεριά και τα καντήλια που δεν ανάβουν, όλα αυτά σα να ανασαίνουν, σα να ξεκουράζονται, να ανακουφίζονται. Τούτο το φως είναι που καμιά φορά φτάνει να πληγώνει τα μάτια με την τόση του δύναμη.
Ετούτη η νύχτα είναι απλά όπως όλες οι άλλες.. Η πόλη μου απλώνεται σα νωχελική παλλακίδα ανάμεσα στα πόδια του βουνού και τα δροσερά ψιθυρίσματα της θάλασσας. Πέρασε όλη τη μέρα γουργουρίζοντας-γάτα που απολαμβάνει τη θέρμη του ήλιου-και τώρα αναπαύεται αποσταμένη, ταυτόχρονα αγρότισσα, πολύκαρπη, πολύδωρη, ζωογόνα και λάγνα τουρίστρια που επιδεικνύει τα κάλλη της αδιακρίτως.
Η πόλη μου είναι ήρεμη απόψε. Ακούω την ήμερη ανάσα της καθώς κοιμάται. Όλη τη μέρα πάλευε να υποτάξει το είναι της, εκφρασμένο μέσα απ’ τους δεκάδες που την κατοικούν. Ο αέρας περνά από μέσα της και σε κάθε στενό αλλάζει άρωμα κι υφή καθώς τη διασχίζει. Τα τόσα πρόσωπά της με μαγεύουν και ταυτόχρονα μου προκαλούν αποστροφή. Είναι παλλόμενη σα μελίσσι και νεκρή σαν καράβι θαμμένο στο βυθό.
Η πόλη μου έχει δικό της ένα ελάχιστο κιτρινωπό φεγγάρι. Κρεμιέται αστήρικτο πάνω απ’ τα βουνά, πάνω απ’ τη θάλασσα, γερτό κι έτοιμο να κατρακυλήσει. Απόψε την τυλίγει μια αχνή ομίχλη. Σαν παιδική κουβερτούλα τη σκεπάζει, γεμίζει τους δρόμους και τις στέγες των σπιτιών με χνούδια που αιωρούνται και σου προκαλεί μια παρόρμηση να χωθείς μέσα της, να χαθείς μέσα της, να σε χορτάσει απατηλή, φεγγαρόλουστη απαλότητα. Σαν ανάσα άρρωστου μωρού, ακανόνιστη, νοτισμένη από ουσία γαλακτερή, σαν αυτή που γεννάει τα χειμωνιάτικα παραμύθια, η ομίχλη στενεύει τον κλοιό της σταδιακά γύρω απ’ την πόλη. Περπατά αθόρυβα πάνω στη θάλασσα χωρίς να προκαλέσει ούτε την ελάχιστη ρυτίδα στην επιφάνειά της, την κουρσεύει από ξηράς, ξεπροβάλλοντας άξαφνα μέσα απ’ τα δάση και τους χαμηλούς της λόφους, κατά τόπους πυκνή, κατά τόπους αραιή, πότε γίνεται έντονη και ξυπνά μνήμες από παρελθόντες καιρούς και εαυτούς, πότε χαϊδεύει σαν το απαλότερο αεράκι και ξεψυχά πριν φτάσει παρακάτω.
Η πόλη μου λίγο πριν έρθει το ξημέρωμα σβήνει τα φώτα της ένα-ένα. Μοιάζει σα να περιμένει το φως. Όταν εκείνο τελικά καταφτάσει, αναπνέει βαθιά και ήρεμα για μια ολόκληρη μέρα.