Sunday, 30 December 2007

Αναμφίβολα θα υπήρξαν αλλαγές. Το ίδιο αναμφίβολα δε θ’ άλλαξε και τίποτα. Το ποτάμι της ζωής καμιά φορά γίνεται θάλασσα βαθιά, ωκεανός άγριος και μας πνίγει. Άλλη φορά γίνεται λίμνη, βούρκος γλοιώδης –τα στατικά νερά της μας βαλτώνουν. Δεν παύουμε όμως να είμαστε νερό. Πότε το κοντέρ μας μηδενίζει και πότε φτάνει ακραία ύψη, αυτό είναι κάτι που ο καθένας μας το ξέρει από μόνος του. Είναι κάτι που ο καθένας μας μόνος του το κουβαλάει.

Οι γεννήσεις και οι θάνατοι, οι αρρώστιες, η φθορά, η μερική υγεία, οι επιτυχίες κι οι αποτυχίες, οι αρχές και τα τέλη, οι αφίξεις και οι αναχωρήσεις, τα καλωσορίσματα και οι αποχαιρετισμοί, η μοναξιά και η αγάπη, η αλήθεια κι η κάθε είδους καταστροφή, τα νέα αποκτήματα και η Απώλεια, οι γνωριμίες κι η Απώλεια, η ανανέωση και η Απώλεια, η ευτυχία κι ό,τι είναι αυτό που μπορεί να σταθεί ισάξια για αντίθετό της. Να μια λίστα. Λίγο ποτάμι, λίγος ωκεανός και λίγη λίμνη, όλα μαζί.

Αναμφίβολα θα υπήρξαν αλλαγές. Ναι. Γίναμε σκύλος-γλείψαμε με παράπονο τις πληγές μας. Γίναμε λύκος-δαγκώσαμε αλύπητα, να πονέσουν όσο εμείς κι αν γινόταν ακόμα περισσότερο. Γίναμε σπουργίτια-με τα πόδια καρφωμένα στη γη ζητιανέψαμε ψίχουλα. Γίναμε αετοί-πετάξαμε τόσο ψηλά που μας μέθυσε η πεντακάθαρη ευωδιά του αέρα, μας τύφλωσε το κρυστάλλινο φως. Γίναμε πέτρα-η θλίψη, η πίκρα, η απογοήτευση μας λεηλάτησαν τα σωθικά. Γίναμε πούπουλο-αιθέρας, κόκκος σκόνης, σωματίδιο του αέρα, για μια στιγμή ή και για δύο, βιώσαμε την ευφορία. Γίναμε μπουνιά, χαστούκι, γροθιά σφιγμένη, δάχτυλο που κουνιέται απειλητικά, παλάμη που σείει τον αέρα. Γίναμε χάδι, φιλί, αγκαλιά, χαμόγελο, βλέμμα τρυφερό. Γίναμε πάγος-όποιος μας πλησίασε κοκάλωσε, σα λεπίδα του τρύπησε την καρδιά η απάνθρωπή μας ανάσα. Γίναμε φωτιά-όποιος μας πλησίασε έγινε στάχτη, η επαφή ήταν μοιραία με μια φλόγα που δεν άντεξε.

Καμιά φορά, στο μυαλό μας ακουγόταν να επαναλαμβάνεται μια φράση, σαν ηχώ από κάτι παλιό και ξεχασμένο που μας είχε στοιχειώσει: «Μα δεν υπάρχει, δεν υπάρχει, δεν υπάρχει γιατρειά». Δεν μπορούσαμε παρά να κουνάμε πέρα-δώθε το κεφάλι, με την ελάχιστη-τεράστια δύναμη που κρύβεται πίσω από μια τέτοια άρνηση. Καμιά φορά.

Το ίδιο αναμφίβολα δε θ’ άλλαξε και τίποτα. Κάποια απ’ τα παλιά μας ρούχα θα τα ξαναφορέσουμε. Κι ας πήραμε καινούργια. Κι ας μας φέρανε άλλα. Εκείνα, τα παλιά, μας κάνουν και νιώθουμε αλλιώς. Μας αρέσει η θαλπωρή τους-είναι λες κι έξω βρέχει αλλά εμείς κουκουλωνόμαστε όλο και πιο βαθιά κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Μας αρέσει η ζεστασιά τους-είμαστε σαν την πέτρα στο βυθό, καλυμμένοι με φύκια, ακίνητοι, προστατευόμαστε απ’ όποιον θα ήθελε να μας κάνει κακό. Τα παλιά μας ρούχα δεν τα αλλάζουμε εύκολα. Ούτε εκείνη την αγαπημένη μας γωνιά στον καναπέ, με τα αναπαυτικά μαξιλάρια και τη βολική γούβα στο μπράτσο, όπου ακουμπάμε πάντα το κεφάλι μας. Δε θα πετάξουμε την αγαπημένη μας κούπα απλά και μόνο επειδή ράγισε λίγο στην άκρη ή ξεκόλλησε ένα κομμάτι. Κι όλα εκείνα τα περιοδικά που μαζεύουν σκόνη κάτω απ’ το κρεβάτι μας, κάποια άλλη στιγμή, ναι, κάποια άλλη ώρα θα τα ταχτοποιήσουμε. Να δώσουμε μια με το χέρι μας και να πέσουν μεμιάς στο καλάθι των αχρήστων όλα τα άδεια μπουκαλάκια που στέκουν στην άκρη της μπανιέρας μας, δε γίνεται. Δε θα το κάνουμε. Όχι όλα μαζί τουλάχιστον. Ίσως ένα ή δύο. Αλλά και πάλι, όχι τώρα.

Είδα κάποιον κάποτε. Στεκότανε γυμνός μέσα στη βροχή και κοίταζε το σπίτι του να καίγεται. Αφού το κοίταξε μέχρι που έγινε στάχτη, άρχισε να κουνάει χέρια και πόδια σ’ έναν τρελό, ανύπαρκτο ρυθμό. Το πρόσωπό του ήταν στο σκοτάδι-δεν το ξεχώριζα. Ο τρελός του χορός, οι κινήσεις του με υπνώτιζαν τόσο που δεν μπορούσα να ξεκολλήσω από πάνω του τα μάτια μου.

Αφού χόρεψε ώρα πολύ βαθιά απορροφημένος, σταμάτησε. Έπειτα έσκυψε και σήκωσε ένα ζευγάρι φτερά που βρίσκονταν στην άκρη του δρόμου, μάλλον από ώρα, αν και δεν τα’ χα δει. Τα κούμπωσε στους ώμους του με ευκολία κι έπειτα τα χτύπησε μια φορά, δυο κι άρχισε να υψώνεται! Υψώθηκε πάνω απ’ τις στάχτες του καμένου σπιτιού, πάνω απ’ τη γειτονιά, πάνω απ’ την πόλη και χάθηκε κάπου στον ουρανό, τον κατάπιε το σκοτάδι.

Πάει καιρός από τότε όμως εξακολουθώ να τον συλλογίζομαι καμιά φορά. Φοράω ρούχα ζεστά, κρατάω στο χέρι την αγαπημένη μου κούπα, βολεύομαι στον καναπέ δίπλα στο τζάκι και σκέφτομαι:

Μακάρι να μη χρειάζεται να διαλέγει κανείς ανάμεσα στο σπίτι και στα φτερά, ανάμεσα στη γη και στον ουρανό, ανάμεσα στο λιμάνι και το ταξίδι. Ανάμεσα στις ρίζες και στα πούπουλα.

Αν μου αναλογεί μια ευχή τώρα, στην αλλαγή του έτους επάνω, ας είναι αυτή.

Thursday, 29 November 2007

Δεν είμαι ιδιαίτερα δύσκολος άνθρωπος. Το απέδειξα όχι μόνο συγκατοικώντας μ’ αυτό το ακατάστατο εσωτερικά και εξωτερικά πλάσμα για μια ολόκληρη χρονιά αλλά και με την ανεκτικότητά μου σε θέματα τάξης, ωραρίων, καπνίσματος, ησυχίας. Αφού πέρασα το πρώτο σοκ με το ανθρακί εσώρουχο/υπό προϋποθέσεις τρωκτικό, το επόμενο δεν άργησε παρά λίγες μόνο ώρες.

Είχα ταχτοποιηθεί στο δωμάτιο-δηλαδή είχα αδειάσει τις βαλίτσες και είχα οργανώσει τα υπάρχοντά μου σε ντουλάπες, ράφια και συρτάρια υπό το απορημένο βλέμμα των πραγμάτων της συγκατοίκου μου, τα οποία με ατένιζαν μ’ έναν αέρα επιβεβαιωμένης ματαιότητας από το πάτωμα όπου βρίσκονταν τα περισσότερα σωρηδόν, είχα στρώσει τα μυρωδάτα σεντόνια μου στο κρεβάτι, είχα τοποθετήσει τις μαλακές μου πετσέτες στο μπάνιο και είχα αραδιάσει τα μπουκαλάκια μου κατά σειρά ύψους στην μπανιέρα. Κλασσικό νυχτοπούλι, με πήρε ο ύπνος τις πρώτες πρωινές ώρες. Κατά συνέπεια, όταν οι εργαζόμενοι και μια μειοψηφία επιμελών φοιτητών σηκώνονταν για να εκπληρώσουν τα καθημερινά τους καθήκοντα, εγώ είχα μόλις κλείσει ελάχιστες ώρες ύπνου. Πρώτο σφάλμα. Το δεύτερο και χειρότερο ακόμα ήταν ότι, όντας πρωτάρα, μου διέφευγε ένας κανόνας, ο οποίος είναι βασικός στις εστίες σαν αυτή που με φιλοξενούσε: ΑΝ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΣΕ ΞΥΠΝΗΣΟΥΝ ΤΟ ΠΡΩΙ, ΚΛΕΙΔΩΣΕ ΑΠΟΒΡΑΔΙΣ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΜΗΝ ΒΓΑΛΕΙΣ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΛΕΙΔΑΡΙΑ.

Αγνοώντας αυτή τη θεμελιώδη προϋπόθεση για ύπνο γαλήνιο χωρίς ενοχλητικές διακοπές, άφησα την πόρτα ξεκλείδωτη. Και υπέστην τις συνέπειες, διότι πρωί-πρωί με την αυγούλα, δηλαδή κατά τις δώδεκα-δωδεκάμισι, μετά από ένα διακριτικό, ομολογουμένως, χτύπημα (τόσο διακριτικό ώστε ούτε που το άκουσα…), η πόρτα μου άνοιξε με βία και μέσα όρμησε μια κυρία με στολή, η οποία κρατούσε στο ένα χέρι έναν κουβά γεμάτο ως πάνω με απορρυπαντικά και χλωρίνες και στο άλλο καθαρά σεντόνια και πετσέτες. Απ’ τη απότομη εισβολή, θυμάμαι ότι, πετάχτηκα πάνω κι ανακάθισα στο κρεβάτι μου. Εννοείται πως κοιμόμουν ακόμη. Εκείνη αφού άνοιξε διάπλατα την πόρτα, πήγε στο μπάνιο, άναψε το φως, ακούμπησε τον κουβά στο πάτωμα κι έπιασε δουλειά. Μπορώ μόνο να φανταστώ τι ακριβώς έκανε, πάντως ο ζήλος της ήταν αξιοθαύμαστος: έτριβε, έξυνε, σκούπιζε, ξεσκόνιζε, γυάλιζε, ξέπλενε, σφουγγάριζε, έριχνε απορρυπαντικά και νερά, έσκυβε, σηκωνόταν κι έκανε τα πάντα να τρέμουν, να τρίζουν και να βογκούν κάτω απ’ τα χέρια της, που δούλευαν με τη μανία κάποιου που τον απασχολούν πολύ συγκεκριμένα πράγματα, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με τους λεκέδες από χρωμοσαμπουάν στη μπανιέρα. Το πρόσωπο του καθρέφτη γέμιζε ρυτίδες κάθε που την έβλεπε να ζυγώνει μ’ όλα της τα καθαριστικά και τα πολύ-χρησιμοποιημένα πανιά της. Ο νιπτήρας ταρακουνιόταν ολόκληρος κάθε που τον άγγιζε κι η μπανιέρα θα σηκωνόταν πάνω στα λεπτεπίλεπτα ποδαράκια της και θα έφευγε τρέχοντας, άμα μπορούσε, καθώς εκείνη την πλησίαζε. Τόση ώρα έμεινε στο μπάνιο που σχεδόν συνήθισα τους τριγμούς και τους μικρούς οξείς ήχους των επίπλων-που τόσο μου θύμιζαν αναστεναγμούς-ώστε νανουρίστηκα και με ξαναπήρε στην αγκαλιά του ο ύπνος..

Πάνω που είχα αρχίσει να βυθίζομαι ευχάριστα, βγήκε απ’ το μπάνιο τόσο απότομα και ξαφνικά όσο είχε μπει, άνοιξε το φως του δωματίου-ναι, το κεντρικό φως του δωματίου στο οποίο εγώ κοιμόμουνα-κι άρχισε να ξεστρώνει με φούρια το κρεβάτι της συγκατοίκου μου, το οποίο ήταν φορτωμένο με μύρια πράγματα (συμπεριλαμβανομένου και του προαναφερθέντος ανθρακί εσωρούχου). Και βέβαια, τα σεντόνια που ξέστρωνε καθώς και τα καθαρά που θα έστρωνε στη θέση τους τα πέταξε πάνω στο κρεβάτι στο οποίο κοιμόμουνα. Η σιωπή στο δωμάτιο ήταν τόσο πυκνή, τόσο έντονη, που συνειδητοποίησα ότι τον εκνευρισμό και την έκπληξη μου τη συμμερίζονταν και όλα τα έπιπλα που βρίσκονταν εκεί μέσα…!!!! Μας είχε τρομοκρατήσει η εισβολή-αδικαιολόγητα μεν, αλλά μας έπιασε κυριολεκτικά στον ύπνο κι έτσι οι αντιδράσεις μας ήταν μουδιασμένες. Την ησυχία τη διέκοψε η ίδια ξεκινώντας ένα μακρύ κι δυσνόητο μουρμουριστό μονόλογο, από τον οποίο μπόρεσα να διακρίνω σκόρπιες φράσεις του τύπου: «τέτοια ώρα κι ακόμα κοιμάται», «χάλια τις έχουν κάνει τις πετσέτες», «πώς βρίσκουν τα πράγματά τους μέσα σ’ αυτό το χάλι»…

Με τα μάτια μισόκλειστα προσπαθούσα να διακρίνω τη φιγούρα της, να ξεχωρίσω τα χαρακτηριστικά της. Τεράστια, με πολλά χέρια, πολλά πόδια κι ακόμα περισσότερες κεραίες, σαν διασταύρωση αράχνης με κατσαρίδα μου φάνηκε, σαν ένα ογκώδες, τριχωτό έντομο που έκανε δεκάδες πράγματα ταυτόχρονα κι είχε καρφωμένο το μοναδικό μάτι του πάνω μου, έτοιμο να σχολιάσει και να κριτικάρει κάθε πράξη ή μη πράξη μου. Δεν άντεξα άλλο-γύρισα πλευρό κι έκρυψα το πρόσωπό μου κάτω απ’ το μαξιλάρι. Δειλό. Αντί να σηκωθώ και να της βάλω τις φωνές. Ηττοπαθές. Αντί να τη διώξω κακήν-κακώς. Φυγόπονο. Αντί να απαιτήσω το δικαίωμά μου στον απρόσκοπτο ύπνο μέχρι τις πρώτες απογευματινές ώρες, το δικαίωμά μου να καθαρίζω και να ταχτοποιώ ή όχι το χώρο στον οποίο ζω. Ευτυχώς, εκείνη ολοκλήρωσε το βασανισμό και των τελευταίων επίπλων κι έφυγε γρήγορα, προτού προλάβουν οι τύψεις που ένιωθα για τη λιπόψυχη συμπεριφορά μου να με ωθήσουν σε κάποια παρακινδυνευμένη αντίδραση.

Το μαρτύριο συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς. Η τακτική μου πάγια, ενώ με το που την άκουγα να πλησιάζει το δωμάτιο ξύπναγα με έντονο καρδιοχτύπι, πάντοτε προσποιούμουν την κοιμισμένη και απλά ακινητούσα στο κρεβάτι, κάτω απ’ τα σκεπάσματα, άκαμπτη σα νεκρό ψάρι. Το χειμώνα τα πράγματα χειροτέρευαν μια φορά κάθε δεκαπέντε γιατί τότε ήταν που ερχόταν με την ηλεκτρική σκούπα. Την άκουγα να με πλησιάζει από το βάθος του διαδρόμου και σχεδόν προσευχόμουν να ξεχάσει το δωμάτιο μου γι’ αυτή τη φορά, απλά να το προσπεράσει και να μην το θυμηθεί μέχρι να είναι πολύ αργά. Μάταια. Όση ώρα διαρκούσε το βασανιστήριο της ηλεκτρικής σκούπας γαντζωνόμουν με πείσμα απ’ το στρώμα, κρυβόμουν όσο πιο βαθιά μπορούσα στο μαξιλάρι κι ευχόμουν να τελειώσει γρήγορα και ανώδυνα.

Έτσι έφτασε ο Ιούνιος και η χειρότερη εξεταστική του έτους-κατ’ εμέ-διότι ο Φλεβάρης είναι μια χαρά, ο Σεπτέμβρης κάπως παλεύεται, αυτός ο αναθεματισμένος ο Ιούνης όμως είναι ανυπόφορος. Τα περισσότερα μαθήματα τα εξεταζόμουν πρωινές ώρες, οπότε 8:30 το πολύ όχι μόνο είχα ξυπνήσει αλλά είχα φύγει κιόλας από το δωμάτιο, στο οποίο δεν επέστρεφα πριν από τις 14:30-15:00 το μεσημέρι. Κατά συνέπεια, για έναν ολόκληρο μήνα δεν αναγκάστηκα να υποστώ τα βασανιστήρια της καθαρίστριας.

Στα όνειρά μου δεν σέρνονταν πια μυστικοπαθή έντομα που μουρμούριζαν με λαμπερά μάτια και δεκάδες τριχωτά πόδια. Είχα καιρό ν’ ακούσω τον απειλητικό βρυχηθμό της ηλεκτρικής σκούπας και το σιγανό κλαψούρισμα της λεκάνης καθώς την έτριβε με μανία. Και πολύ το χαιρόμουν. Στο μυαλό μου, η γυναίκα αυτή, με την οποία είχα αναπτύξει τόσο προσωπική σχέση τους τελευταίους μήνες-άδειαζε τα σκουπίδια μου, άλλαζε τις πετσέτες μου, καθάριζε την τουαλέτα και την μπανιέρα μου, είχε δει τα άπλυτά μου, ήξερε αν πίνω καφέ, τι χυμό προτιμώ, τι φόρεσα την προηγούμενη μέρα, αν κοιμήθηκα ή όχι στο κρεβάτι μου το περασμένο βράδυ, αν είχα φορτίσει το κινητό μου, αν είχα κάνει μπάνιο, αν δεν είχα βγει καθόλου απ’ το δωμάτιο, ποιο βιβλίο διάβαζα, τι είχα φάει, αν είχα φάει, αν ήμουν άρρωστη ή καλά-εξακολουθούσε να έχει τη μορφή ενός τεράστιου και γλοιώδους εντόμου.

Κι όμως, ωωω! τι έκπληξη, όταν μια μέρα έτυχε να επιστρέψω στο ξενοδοχείο νωρίτερα απ’ τη συνηθισμένη μου ώρα και να τη συναντήσω στο δωμάτιο. Ανακάλυψα ότι αυτή που είχα στο μυαλό μου ως αναίσθητη και φριχτή τρομοκράτισσα, στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά μια κανονική γυναίκα, γύρω στα 40 με 45, ξανθιά, μικροκαμωμένη, με γυαλάκια και συμπαθητικό πρόσωπο…!!! «Α!» μου είπε «εσύ είσαι η κοπέλα που κοιμάται κάθε φορά που έρχομαι. Κοίτα που κοντέψατε να φύγετε και δεν είχα δει ποτέ το πρόσωπό σου!». Την περιεργάστηκα με καχυποψία. Με έκπληξη και απορία αντιλήφθηκα ότι το έλεγε μ’ ένα καλοσυνάτο χαμόγελο, χωρίς ίχνος κριτικής στο ύφος της. Πανέτοιμη περίμενα από στιγμή σε στιγμή τις κεραίες να πεταχτούν από κάπου κρυμμένες, τα δεκάδες τριχωτά πόδια της να στηριχτούν σταθερά στο πάτωμα, το μοναδικό της μάτι να με υπνωτίσει. Τίποτα. Αφού ολοκλήρωσε τις δουλειές της-τι γρήγορα που μου φάνηκε ότι έκανε αυτή τη φορά! και σα να είχαν σταματήσει οι τριγμοί και τα βογκητά που άκουγα συνήθως απ’ τα έπιπλα…-με ρώτησε πότε τελείωνα με τις εξετάσεις μου και πότε θα επέστρεφα σπίτι μου κι έπειτα με χαιρέτησε κι έφυγε. Κι αυτό ήταν όλο. Ούτε δάκρυα, ούτε αίματα, ούτε βρισιές και ξεμαλλιάσματα… Τίποτα.

Ένιωσα το παρ’ ολίγον ψυχολογικό μου τραύμα να συρρικνώνεται, ώσπου δεν έμεινε παρά ένας απειροελάχιστος κόκκος, μια μικρότατη ψηφίδα στη μνήμη μου, πολύ ευτελής ώστε ν’ αφήσει σημάδι αλλά αρκετή για να δημιουργηθεί ετούτη εδώ η ιστορία. Καμιά φορά οι εμμονές μας φτιάχνουν τις καλύτερες διηγήσεις.

Φοιτητική ζωή: η συγκάτοικός μου

Η συγκάτοικος μου είναι πλάσμα μοναδικό. Κράμα αξεδιάλυτο, όλο συναισθηματισμό και φαινομενική αδιαφορία για πράγματα τυπικά, όπως για παράδειγμα τα γεμάτα αποτσίγαρα τασάκια και τα άπλυτα εσώρουχα. Στο πρόσωπό της συγκλίνουν και βρίσκουν λιμάνι κάμποσα απ’ τα παράδοξα που συναντά κανείς σ’ έναν καθημερινό περίπατο στο δρόμο. Η εξωτερική της εμφάνιση σε κάνει να φαντάζεσαι τις συνέπειες μιας μετωπικής σύγκρουσης μεταξύ Άννας Βίσση και Avril Lavigne. Να εξηγηθώ: τα μέλη που την απαρτίζουν φαντάζουν τόσο ετερόκλητα και τόσο ασύμβατα με την προσωπικότητά της, ώστε θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται ως παραδείγματα ακραίων αντιφάσεων. Τα πολύ μακριά βαμμένα κατάμαυρα μαλλιά συνδυάζονται με το μαύρο μολύβι ματιών, το σκουρόχρωμο κραγιόν και το επίσης σκουρόχρωμο βερνίκι νυχιών. Στο σύνολο προστίθενται οι αιώνιες μίνι φούστες με το απαραίτητο κολάν το χειμώνα (αυτό ήταν στη μόδα), τα μποτάκια, τα ογκώδη κοσμήματα με τα περίεργα σκαλίσματα, τα κολλητά μπλουζάκια με τα βαθύ ντεκολτέ ή την πλάτη έξω, ανάλογα, και κάπως έτσι ολοκληρώνεται η εξωτερική της εικόνα. Προσθέτω ότι καπνίζει τουλάχιστον ένα πακέτο την ημέρα, από τα πιο σκληρά τσιγάρα που κυκλοφορούν, ότι πίνει περίπου το νερό του σώματός της σε αλκοόλ, ότι τρώει σποραδικά (αυτό σημαίνει ότι μπορεί να φάει σήμερα μία πίτα, αύριο ένα πακέτο κορν-φλέικς, σκέτα, χωρίς γάλα, μεθαύριο ένα μήλο κ. ο. κ.) κι ότι όσον αφορά στον ύπνο χτυπάει τουλάχιστον δεκάωρα (όπως κι εγώ άλλωστε). Κάποιες αξιοσημείωτες λεπτομέρειες που την αφορούν είναι η ανεκδιήγητη φωνή της η οποία, προσωπικά, θεωρώ πως συμβάλλει σε σημαντικό βαθμό στο εξίσου απερίγραπτο γέλιο της. Αν αποπειραθώ να το αποδώσω με μια σύντομη φράση, ο πιο ταιριαστός χαρακτηρισμός που μπορώ να σκεφτώ είναι ασθματικό κακάρισμα και η κορύφωσή του θα μπορούσε να παρομοιαστεί με οργασμική κραυγή πτηνού και πάλι, απροσδιόριστου είδους όμως αυτή τη φορά.

Αξιομνημόνευτη είναι η πρώτη μας συνάντηση, ή μάλλον η περίσταση κατά την οποία ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με τον κόσμο της. Ο μήνας ήταν Οκτώβριος, το ακαδημαϊκό έτος είχε μόλις ξεκινήσει και κατέφτασα φορτωμένη στην εστία, στην οποία θα διέμενα μέχρι το τέλος της χρονιάς. Δεν είχα κανονίσει να μείνω με κάποια φίλη ή γνωστή, οπότε οι υπεύθυνοι με έβαλαν σ’ ένα δωμάτιο όπου ήδη υπήρχε μία κοπέλα. Ανέβηκα κι εγώ τις σκάλες προβάροντας ένα χαμόγελο απ’ αυτά που σπάνε τον πάγο και προσπαθώντας να σκεφτώ στα γρήγορα μια-δυο ατάκες καλωσορίσματος. Άνευ νοήματος οι απόπειρες μου διότι η συγκάτοικος έλειπε απ’ το δωμάτιο-και θα εξακολουθούσε να λείπει για τις επόμενες δύο εβδομάδες. Με το που άνοιξα την πόρτα έπαθα ένα μικρό σοκ. Το δωμάτιο έμοιαζε με ανελέητα βομβαρδισμένη πόλη, την οποία επιπλέον είχαν λεηλατήσει με μανία. Ρούχα και παπούτσια ήταν πεταμένα παντού, χαρτιά και βιβλία σκορπισμένα, κάλτσες χρησιμοποιημένες κάτω απ’ το κρεβάτι, μισοφαγωμένα μήλα και μισογεμάτα μπουκάλια νερό πάνω στην τουαλέτα δίπλα σε μια βούρτσα καλυμμένη με μακριές μαύρες τρίχες και σ’ ένα τασάκι στο οποίο είχε χωρέσει, με απίθανη μαεστρία ομολογουμένως, το περιεχόμενο από δύο τουλάχιστον πακέτα τσιγάρα. Στο μπάνιο επικρατούσε μια ανάλογη κατάσταση-ιδιαίτερη νότα αποτελούσαν οι πετσέτες, οι οποίες προφανώς είχαν χρησιμοποιηθεί για να σκουπίσουν τα υπολείμματα της μαύρης βαφής μαλλιών. Το αποκορύφωμα ήταν ένα ανάμεικτο συναίσθημα κλαυσίγελου που με κυρίευσε όταν, πλησιάζοντας το κρεβάτι μου, το οποίο απείχε απ’ το δικό της λιγότερο από μισό μέτρο, και κοιτάζοντας τυχαία το μαξιλάρι της, με τη άκρη του ματιού είδα κάτι γκρίζο και κουλουριασμένο που το πέρασα φυσικά για ποντίκι. Μετά βίας διατηρώντας την ψυχραιμία μου, έριξα ακόμα μια ματιά για να ανακαλύψω ότι δεν επρόκειτο για το παραπάνω τρωκτικό αλλά για ένα άκρως αποκαλυπτικό εσώρουχο, ατάκτως βγαλμένο και πεταμένο με ανάλογη αδιαφορία για το πού θα μπορούσε να καταλήξει και ποιος θα μπορούσε να το δει. Α! και τελικά δεν ήταν γκρι. Ήταν ανθρακί…

Προσωπικά, είμαι διαβόητη σπιτόγατα. Η συγκάτοικός μου, απ’ την άλλη, στο δωμάτιο ερχόταν για να ικανοποιήσει τις βασικές ανάγκες του ύπνου κα της φυσικής υγιεινής, ή όπως κάποιοι άλλοι το θέτουν, του σωματικού σέρβις. Έτσι τα βρίσκαμε μια χαρά-εκείνη όλη την ώρα έξω, εγώ μέσα και με κοινές ώρες που σπάνια συνέπιπταν ή, όποτε συνέβαινε να συμπέσουν, ήταν αφιερωμένες στον ύπνο. Προφανώς, ήταν η κατάσταση που προτιμούσα. Δεν είναι ότι εκείνη ήταν δυσάρεστη ή ότι είμαι εγώ μισάνθρωπος. Ίσως να ήταν η εποχή, ίσως η συγκυρία, ίσως η έλλειψη διάθεσης για βαθύτερη γνωριμία απ’ την πλευρά και των δυο μας που μας έκανε να ήμαστε αποστασιοποιημένες η μία απέναντι στην άλλη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήμαστε ψυχρές ή τυπικές. Δε με εκνεύριζε η ακαταστασία της η εξωτερική γιατί έβλεπα ότι και μέσα της επικρατούσε χάος και μια δυσαρμονία την οποία πάλευε να διορθώσει, τις περισσότερες φορές ανεπιτυχώς. Θεωρούσα φυσικό επακόλουθο της ζωής που έκανε και της φορτισμένης της ψυχολογίας το γεγονός ότι την ταλαιπωρούσαν συνήθως μικρό-αρρώστιες. Τις συνεχείς ενοχλήσεις για τις οποίες παραπονιόταν τις απέδιδα στην ευαισθησία της, στην αργή της προσαρμοστικότητα και στην παρατήρηση μου, η οποία αποδείχτηκε πραγματικότητα, ότι ήταν συναισθηματικά ευάλωτη. Η συγκάτοικός μου είναι ένα άτομο που επηρεάζεται απ’ το περιβάλλον και τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρέφεται σε μεγάλο βαθμό. Πλάθεται και καλουπώνεται σε συνάρτηση με αυτόν που έχει απέναντί της, όπως το νερό αλλάζει χρώμα, σχήμα και υφή ανάλογα με το πού βρίσκεται.

Ένα περιστατικό, το οποίο εσκεμμένα σκοπεύω να διηγηθώ με περίσσιο αλατοπίπερο, συνέβη λίγες μέρες πριν από τη λήξη της εξεταστικής του Ιουνίου. Επέστρεψα στο δωμάτιο μετά τις δώδεκα και κατά περίεργο τρόπο βρήκα τη πόρτα ξεκλείδωτη, πράγμα που σήμαινε ότι η συγκάτοικος βρισκόταν ήδη μέσα. Προφανώς, εξεπλάγην καθότι εκείνη συνήθιζε να βγαίνει και να μην επιστρέφει πριν από τις πρώτες πρωινές ώρες και δυσαρεστήθηκα και λίγο γιατί προτιμούσα να μείνω μόνη μου. Με το που άνοιξα την πόρτα παρατήρησα ότι η συνήθης ακαταστασία είχε αγγίξει τα όρια της πλήρους αταξίας. Τα σκόρπια ρούχα, οι κάλτσες και τα εσώρουχα δεν περιορίζονταν πλέον μόνο σε συγκεκριμένες στοίβες στο πάτωμα αλλά βρίσκονταν παντού τριγύρω. Επίσης παρατήρησα βρεγμένες πετσέτες πεταμένες δεξιά κι αριστερά καθώς και περισσότερα παπούτσια από το συνηθισμένο. Το κρεβάτι ήταν άνω-κάτω, αλλά όχι εκείνο το άνω-κάτω που λέει στον παρατηρητή «κάποιος βαριόταν να με στρώσει» αλλά εκείνο το άνω-κάτω που φώναζε στα ήδη υποψιασμένα μάτια μου «φιλοξενώ κοχλάζουσες καταστάσεις, ακατάλληλες για ανηλίκους». Ίσως βέβαια να φταίει η καλπάζουσα φαντασία μου κι αυτό το κόλλημα που έχω να νομίζω ότι τα άψυχα επιθυμούν να επικοινωνήσουν μαζί μου… Στο καπάκι, ακούω νερά να τρέχουν στο μπάνιο, πλατσουρίσματα και χαχανητά. Χαζοχαρούμενα, ζουζουνιάρικα, γυναικεία χαχανητά. Δε χρειαζόταν παραπάνω για να κινηθώ προς την πόρτα μ’ ένα μικρό πονηρό χαμόγελο. Όχι, δεν πήγαινα να φέρω κάμερα ή φωτογραφική μηχανή-δεν είχα σκοπό να απαθανατίσω τη στιγμή. Έτσι κι αλλιώς, μπορούσα να φανταστώ πολύ καλά τι γινόταν στο μπάνιο κι άμα έμενα λίγο παραπάνω η αλήθεια θα μου αποκαλυπτόταν και αυτό δεν το ήθελα. Εκεί που ήμουν έτοιμη όμως να την κάνω με ελαφρά πηδηματάκια προς την πόρτα, ακούω τη φωνή της συγκατοίκου μου να λέει από μέσα «…., εσύ είσαι; Βάφουμε τα μαλλιά μας. Τελειώνουμε σε λιγάκι!». Τη φράση της τη διαδέχτηκαν ακόμα περισσότερα γελάκια. «Γαμώ το!» σκέφτηκα. «Μου το χάλασαν…!». Εκεί που είχα έτοιμη, σίγουρη μια σπαρταριστή ιστορία, με αβέβαιη κατάληξη, αφού θα ισχυριζόμουν ότι είχα φύγει προτού την ξεκαθαρίσω, η οποία θα προκαλούσε κάμποσα φανερά γέλια και άλλες τόσες κρυφές ανατριχίλες σ’ όλους αυτούς οι οποίοι κάθε φορά που τους λέει μια κοπέλα ότι συγκατοικεί με μια άλλη, αναρωτιούνται αν υπάρχει κάτι παραπάνω στη σχέση τους απ’ αυτό που εκ πρώτης φαίνεται, μου το είχε καταστρέψει. Βγήκαν αμέσως και, ναι, όντως έβαφαν τα μαλλιά τους. Καθαρά γυναικεία, τελείως ρουτινιάρικη συνήθεια. Κι έτσι άδοξα έληξε μια ιστορία που θα μπορούσε να γίνει η επιτομή των κλασσικών φαντασιώσεων των αντρών κάθε ηλικίας…