Μητέρες και κόρες
“But he who hath the steerage of my course, direct my sail.”
Παίρνω απόσταση. Παίρνω την απαραίτητη απόσταση που μου χρειάζεται από γεγονότα, από πρόσωπα, από συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, μήπως και τοποθετηθούν από μόνα τους τα πράγματα σε σφαίρα πιο αντικειμενική. Παίρνω απόσταση μεταφορική αλλά παίρνω και κυριολεκτική. Αποσύρομαι, μπαίνω για λίγο σε κάτι σαν αυτοσχέδια σπηλιά, γιατί, για μένα, θέλει ισάξιο σθένος να αντιμετωπίσει κανείς το φως και το σκοτάδι. Όταν τα μάτια μου συνηθίσουν στη νέα τους αυτή κατάσταση, όταν αρχίσω πάλι να προσαρμόζομαι στο νέο διαμορφωμένο μου εδώ και τώρα, όταν νιώσω ξανά άνετα, όταν θα έχω πια σχετικά βολευτεί, θα κάτσω στην άκρη της σπηλιάς και θα παρατηρήσω το ατέλειωτο παιχνίδι της νύχτας με τη μέρα. Το ακράγγιγμα του φωτός με το σκοτάδι. Την παράλληλη αίσθηση οικειότητας και αποξένωσης που είναι μόνο ένα απ’ τα παράδοξα.
Ίσως να μη μου πρέπουν ακόμα λόγια σαν αυτά που προτίθεμαι να ξεστομίσω, ίσως να μην είναι ακόμα η ώρα κατάλληλη, ίσως να ακουστούν στυφά, σκληρά, άκαιρα, σαν κρασί που δεν ήρθε η ώρα του να καταναλωθεί, σαν ουίσκι που το αναγκάζουν πολύ νωρίτερα να εγκαταλείψει το βαρέλι του. Ίσως τα λόγια μου να ωρίμαζαν, σαν αυτό το κρασί, σαν αυτό το ουίσκι, άμα άφηνα λίγο ακόμα το χρόνο να κάνει τα μαγικά του, ίσως πάλι να γινόταν το αντίθετο κι αυτή η αψάδα και τα αγκάθια που νιώθω τώρα καμιά φορά να με αγκυλώνουν, να γίνονταν ξύδι ανυπόφορο στη γεύση και στη μυρωδιά ή ίσως το ουίσκι μου να εξατμιζόταν απ’ το βαρέλι.
Παίρνω απόσταση. Δηλαδή φοβάμαι. Κάθομαι άκρη-άκρη στη σπηλιά κι αναρωτιέμαι από πού ν’ αρχίσω. Ψέμα. Πριν ακόμα το γράψω ήξερα ότι είναι ψέμα. Ξέρω. Ξέρω γιατί μπήκα στη σπηλιά, όπως επίσης ξέρω ότι τώρα που μπήκα δε θα βρω ησυχία αν δεν ολοκληρώσω αυτό που ξεκίνησα να κάνω. Ούτως ή άλλως, η αρχή είναι ίδια.
Η μάνα μου. Η μάνα της. Η μάνα τους. Η μάνα μας. Πώς να μιλήσω και πώς να διαφωνήσω, όταν στέκομαι εδώ και καταγράφω σκέψεις κι αισθήματα φορώντας τον χιτώνα και το προσωπείο μου, αυτό της κόρης, της κόρης μια γυναίκας που είναι κόρη, μιας γυναίκας που είναι κοινωνός μια σχέσης που εκτείνεται πολύ πίσω, στο γραμμικό χώρο, στο γραμμικό χρόνο;
Μήπως ν’ αφήσω το μούστο μου να γίνει κρασί; Μήπως να σωπάσω με σύνεση, μέχρις ότου κι η δική μου μήτρα υπάκουα φιλοξενήσει την απόγονό μου, της δώσει ζωή και υπόσταση, για να την ακούσω λίγα χρόνια μετά να κριτικάρει, όπως εγώ, την κάθε μου θέση και απόφαση; Εμένα που συνεχίζω την αλυσίδα, που από τρόμο ή συγκίνηση δεν την αφήνω ηθελημένα να σπάσει. Εμένα που γίνομαι κομμάτι της, με το ένα χέρι σφιχτά κρατώντας το χέρι της μάνας μου, με το άλλο αυτό της κόρης μου, να πορεύομαι, πιο ώριμη, ίσως, πιο συνετή, ίσως, πιο μετρημένη, αφού πια βρίσκομαι όχι στο άκρο αλλά στο μέσο της ανελέητης αλληλουχίας, η οποία οφείλει να εξακολουθήσει.
Η μάνα μου. Δεν έχει κοπεί. Ο ομφάλιος λώρος μεταξύ μας, δεν έχει κοπεί. Μικρά συρμάτινα σχοινάκια δεμένα σε κάθε κομμάτι του κορμιού μου συνδέονται άμεσα με κάθε σκέψη που εκείνη κάνει για μένα, με κάθε τι που εκείνη επιθυμεί και θα ήθελε να με δει να πραγματοποιώ.
Τα λόγια της με αγγίζουν πιο βαθιά απ’ οποιουδήποτε άλλου. Η κριτική της με προβληματίζει πιο έντονα και σε βάθος χρόνου. Οι αρχές της, οι αξίες της, τα ιδανικά τα οποία μου μετέδωσε με το πρώτο κιόλας γάλα, μορφοποιούν έννοιες αφηρημένες που με απαρτίζουν, δίνουν λύση και απόκριση, κάποιες φορές αυτόματη, σε ερωτήματα κι αναζητήσεις μου. Η διερευνητική της ματιά με ακολουθεί παντού. Το ξέρω αυτό το βλέμμα που όλο κάτι περιμένει, το αναγνωρίζω, μερικές φορές το προεξοφλώ. Αυτή η φωνή, αυτή η γνώμη, αυτή η σκέψη εκφρασμένη μέσα από ένα ξεκάθαρο, εύγλωττο βλέμμα, στιγμές-στιγμές φτάνει να με στοιχειώνει.
Περισσότερο όμως απ’ όσα δικά της μπορώ πάνω μου ν’ αριθμήσω, τρέμω αυτά που δεν έχω ακόμα εντοπίσει, όσα ακόμα αγνοώ, όσα ίσως ποτέ δε θα καταφέρω να αναγνωρίσω.
Φτάνει σε σημείο να φέρει κάτι το ερωτικό μέσα της ετούτη η σχέση με όλα τα σκαμπανεβάσματα της. Οι τραυματισμένοι εγωισμοί, η τρυφερότητα που εναλλάσσεται ταχύτατα με την οργή, η στοργή που μεταβολίζεται και αγγίζει τα όρια του μίσους… Τόσο έντονα, τόσο αντιφατικά συναισθήματα και να πρέπει να τα βιώνουμε, κι εσύ κι εγώ, να πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε, κάθε μέρα, κάθε φορά που η αγάπη ή η ανάγκη ή το φιλότιμο ή η συνήθεια μας φέρνουν σε επαφή, ανοίγουν ξανά και ξανά το κανάλι της επικοινωνίας μεταξύ μας.
Όπως με εγκολπώθηκες για να μου δώσεις ζωή, την αντίθετη ακριβώς διαδικασία ακολουθώ για να γίνω αυτοδύναμο, ανεξάρτητο, αυτάρκες άτομο. Με τη διαφορά ότι η δικιά σου διαδρομή διήρκεσε εννιά ατελείωτους μήνες. Η δικιά μου κρατάει μια ζωή…
Αχ ρε μάνα, σ’ ευχαριστώ που υπάρχω. Σ’ ευχαριστώ που σκέφτομαι, άρα υπάρχω. Σε κριτικάρω, άρα υπάρχω…