Αναμφίβολα θα υπήρξαν αλλαγές. Το ίδιο αναμφίβολα δε θ’ άλλαξε και τίποτα. Το ποτάμι της ζωής καμιά φορά γίνεται θάλασσα βαθιά, ωκεανός άγριος και μας πνίγει. Άλλη φορά γίνεται λίμνη, βούρκος γλοιώδης –τα στατικά νερά της μας βαλτώνουν. Δεν παύουμε όμως να είμαστε νερό. Πότε το κοντέρ μας μηδενίζει και πότε φτάνει ακραία ύψη, αυτό είναι κάτι που ο καθένας μας το ξέρει από μόνος του. Είναι κάτι που ο καθένας μας μόνος του το κουβαλάει.
Οι γεννήσεις και οι θάνατοι, οι αρρώστιες, η φθορά, η μερική υγεία, οι επιτυχίες κι οι αποτυχίες, οι αρχές και τα τέλη, οι αφίξεις και οι αναχωρήσεις, τα καλωσορίσματα και οι αποχαιρετισμοί, η μοναξιά και η αγάπη, η αλήθεια κι η κάθε είδους καταστροφή, τα νέα αποκτήματα και η Απώλεια, οι γνωριμίες κι η Απώλεια, η ανανέωση και η Απώλεια, η ευτυχία κι ό,τι είναι αυτό που μπορεί να σταθεί ισάξια για αντίθετό της. Να μια λίστα. Λίγο ποτάμι, λίγος ωκεανός και λίγη λίμνη, όλα μαζί.
Αναμφίβολα θα υπήρξαν αλλαγές. Ναι. Γίναμε σκύλος-γλείψαμε με παράπονο τις πληγές μας. Γίναμε λύκος-δαγκώσαμε αλύπητα, να πονέσουν όσο εμείς κι αν γινόταν ακόμα περισσότερο. Γίναμε σπουργίτια-με τα πόδια καρφωμένα στη γη ζητιανέψαμε ψίχουλα. Γίναμε αετοί-πετάξαμε τόσο ψηλά που μας μέθυσε η πεντακάθαρη ευωδιά του αέρα, μας τύφλωσε το κρυστάλλινο φως. Γίναμε πέτρα-η θλίψη, η πίκρα, η απογοήτευση μας λεηλάτησαν τα σωθικά. Γίναμε πούπουλο-αιθέρας, κόκκος σκόνης, σωματίδιο του αέρα, για μια στιγμή ή και για δύο, βιώσαμε την ευφορία. Γίναμε μπουνιά, χαστούκι, γροθιά σφιγμένη, δάχτυλο που κουνιέται απειλητικά, παλάμη που σείει τον αέρα. Γίναμε χάδι, φιλί, αγκαλιά, χαμόγελο, βλέμμα τρυφερό. Γίναμε πάγος-όποιος μας πλησίασε κοκάλωσε, σα λεπίδα του τρύπησε την καρδιά η απάνθρωπή μας ανάσα. Γίναμε φωτιά-όποιος μας πλησίασε έγινε στάχτη, η επαφή ήταν μοιραία με μια φλόγα που δεν άντεξε.
Καμιά φορά, στο μυαλό μας ακουγόταν να επαναλαμβάνεται μια φράση, σαν ηχώ από κάτι παλιό και ξεχασμένο που μας είχε στοιχειώσει: «Μα δεν υπάρχει, δεν υπάρχει, δεν υπάρχει γιατρειά». Δεν μπορούσαμε παρά να κουνάμε πέρα-δώθε το κεφάλι, με την ελάχιστη-τεράστια δύναμη που κρύβεται πίσω από μια τέτοια άρνηση. Καμιά φορά.
Το ίδιο αναμφίβολα δε θ’ άλλαξε και τίποτα. Κάποια απ’ τα παλιά μας ρούχα θα τα ξαναφορέσουμε. Κι ας πήραμε καινούργια. Κι ας μας φέρανε άλλα. Εκείνα, τα παλιά, μας κάνουν και νιώθουμε αλλιώς. Μας αρέσει η θαλπωρή τους-είναι λες κι έξω βρέχει αλλά εμείς κουκουλωνόμαστε όλο και πιο βαθιά κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Μας αρέσει η ζεστασιά τους-είμαστε σαν την πέτρα στο βυθό, καλυμμένοι με φύκια, ακίνητοι, προστατευόμαστε απ’ όποιον θα ήθελε να μας κάνει κακό. Τα παλιά μας ρούχα δεν τα αλλάζουμε εύκολα. Ούτε εκείνη την αγαπημένη μας γωνιά στον καναπέ, με τα αναπαυτικά μαξιλάρια και τη βολική γούβα στο μπράτσο, όπου ακουμπάμε πάντα το κεφάλι μας. Δε θα πετάξουμε την αγαπημένη μας κούπα απλά και μόνο επειδή ράγισε λίγο στην άκρη ή ξεκόλλησε ένα κομμάτι. Κι όλα εκείνα τα περιοδικά που μαζεύουν σκόνη κάτω απ’ το κρεβάτι μας, κάποια άλλη στιγμή, ναι, κάποια άλλη ώρα θα τα ταχτοποιήσουμε. Να δώσουμε μια με το χέρι μας και να πέσουν μεμιάς στο καλάθι των αχρήστων όλα τα άδεια μπουκαλάκια που στέκουν στην άκρη της μπανιέρας μας, δε γίνεται. Δε θα το κάνουμε. Όχι όλα μαζί τουλάχιστον. Ίσως ένα ή δύο. Αλλά και πάλι, όχι τώρα.
Είδα κάποιον κάποτε. Στεκότανε γυμνός μέσα στη βροχή και κοίταζε το σπίτι του να καίγεται. Αφού το κοίταξε μέχρι που έγινε στάχτη, άρχισε να κουνάει χέρια και πόδια σ’ έναν τρελό, ανύπαρκτο ρυθμό. Το πρόσωπό του ήταν στο σκοτάδι-δεν το ξεχώριζα. Ο τρελός του χορός, οι κινήσεις του με υπνώτιζαν τόσο που δεν μπορούσα να ξεκολλήσω από πάνω του τα μάτια μου.
Αφού χόρεψε ώρα πολύ βαθιά απορροφημένος, σταμάτησε. Έπειτα έσκυψε και σήκωσε ένα ζευγάρι φτερά που βρίσκονταν στην άκρη του δρόμου, μάλλον από ώρα, αν και δεν τα’ χα δει. Τα κούμπωσε στους ώμους του με ευκολία κι έπειτα τα χτύπησε μια φορά, δυο κι άρχισε να υψώνεται! Υψώθηκε πάνω απ’ τις στάχτες του καμένου σπιτιού, πάνω απ’ τη γειτονιά, πάνω απ’ την πόλη και χάθηκε κάπου στον ουρανό, τον κατάπιε το σκοτάδι.
Πάει καιρός από τότε όμως εξακολουθώ να τον συλλογίζομαι καμιά φορά. Φοράω ρούχα ζεστά, κρατάω στο χέρι την αγαπημένη μου κούπα, βολεύομαι στον καναπέ δίπλα στο τζάκι και σκέφτομαι:
Μακάρι να μη χρειάζεται να διαλέγει κανείς ανάμεσα στο σπίτι και στα φτερά, ανάμεσα στη γη και στον ουρανό, ανάμεσα στο λιμάνι και το ταξίδι. Ανάμεσα στις ρίζες και στα πούπουλα.
Αν μου αναλογεί μια ευχή τώρα, στην αλλαγή του έτους επάνω, ας είναι αυτή.
No comments:
Post a Comment