Thursday, 29 November 2007

Δεν είμαι ιδιαίτερα δύσκολος άνθρωπος. Το απέδειξα όχι μόνο συγκατοικώντας μ’ αυτό το ακατάστατο εσωτερικά και εξωτερικά πλάσμα για μια ολόκληρη χρονιά αλλά και με την ανεκτικότητά μου σε θέματα τάξης, ωραρίων, καπνίσματος, ησυχίας. Αφού πέρασα το πρώτο σοκ με το ανθρακί εσώρουχο/υπό προϋποθέσεις τρωκτικό, το επόμενο δεν άργησε παρά λίγες μόνο ώρες.

Είχα ταχτοποιηθεί στο δωμάτιο-δηλαδή είχα αδειάσει τις βαλίτσες και είχα οργανώσει τα υπάρχοντά μου σε ντουλάπες, ράφια και συρτάρια υπό το απορημένο βλέμμα των πραγμάτων της συγκατοίκου μου, τα οποία με ατένιζαν μ’ έναν αέρα επιβεβαιωμένης ματαιότητας από το πάτωμα όπου βρίσκονταν τα περισσότερα σωρηδόν, είχα στρώσει τα μυρωδάτα σεντόνια μου στο κρεβάτι, είχα τοποθετήσει τις μαλακές μου πετσέτες στο μπάνιο και είχα αραδιάσει τα μπουκαλάκια μου κατά σειρά ύψους στην μπανιέρα. Κλασσικό νυχτοπούλι, με πήρε ο ύπνος τις πρώτες πρωινές ώρες. Κατά συνέπεια, όταν οι εργαζόμενοι και μια μειοψηφία επιμελών φοιτητών σηκώνονταν για να εκπληρώσουν τα καθημερινά τους καθήκοντα, εγώ είχα μόλις κλείσει ελάχιστες ώρες ύπνου. Πρώτο σφάλμα. Το δεύτερο και χειρότερο ακόμα ήταν ότι, όντας πρωτάρα, μου διέφευγε ένας κανόνας, ο οποίος είναι βασικός στις εστίες σαν αυτή που με φιλοξενούσε: ΑΝ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΣΕ ΞΥΠΝΗΣΟΥΝ ΤΟ ΠΡΩΙ, ΚΛΕΙΔΩΣΕ ΑΠΟΒΡΑΔΙΣ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΜΗΝ ΒΓΑΛΕΙΣ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΛΕΙΔΑΡΙΑ.

Αγνοώντας αυτή τη θεμελιώδη προϋπόθεση για ύπνο γαλήνιο χωρίς ενοχλητικές διακοπές, άφησα την πόρτα ξεκλείδωτη. Και υπέστην τις συνέπειες, διότι πρωί-πρωί με την αυγούλα, δηλαδή κατά τις δώδεκα-δωδεκάμισι, μετά από ένα διακριτικό, ομολογουμένως, χτύπημα (τόσο διακριτικό ώστε ούτε που το άκουσα…), η πόρτα μου άνοιξε με βία και μέσα όρμησε μια κυρία με στολή, η οποία κρατούσε στο ένα χέρι έναν κουβά γεμάτο ως πάνω με απορρυπαντικά και χλωρίνες και στο άλλο καθαρά σεντόνια και πετσέτες. Απ’ τη απότομη εισβολή, θυμάμαι ότι, πετάχτηκα πάνω κι ανακάθισα στο κρεβάτι μου. Εννοείται πως κοιμόμουν ακόμη. Εκείνη αφού άνοιξε διάπλατα την πόρτα, πήγε στο μπάνιο, άναψε το φως, ακούμπησε τον κουβά στο πάτωμα κι έπιασε δουλειά. Μπορώ μόνο να φανταστώ τι ακριβώς έκανε, πάντως ο ζήλος της ήταν αξιοθαύμαστος: έτριβε, έξυνε, σκούπιζε, ξεσκόνιζε, γυάλιζε, ξέπλενε, σφουγγάριζε, έριχνε απορρυπαντικά και νερά, έσκυβε, σηκωνόταν κι έκανε τα πάντα να τρέμουν, να τρίζουν και να βογκούν κάτω απ’ τα χέρια της, που δούλευαν με τη μανία κάποιου που τον απασχολούν πολύ συγκεκριμένα πράγματα, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με τους λεκέδες από χρωμοσαμπουάν στη μπανιέρα. Το πρόσωπο του καθρέφτη γέμιζε ρυτίδες κάθε που την έβλεπε να ζυγώνει μ’ όλα της τα καθαριστικά και τα πολύ-χρησιμοποιημένα πανιά της. Ο νιπτήρας ταρακουνιόταν ολόκληρος κάθε που τον άγγιζε κι η μπανιέρα θα σηκωνόταν πάνω στα λεπτεπίλεπτα ποδαράκια της και θα έφευγε τρέχοντας, άμα μπορούσε, καθώς εκείνη την πλησίαζε. Τόση ώρα έμεινε στο μπάνιο που σχεδόν συνήθισα τους τριγμούς και τους μικρούς οξείς ήχους των επίπλων-που τόσο μου θύμιζαν αναστεναγμούς-ώστε νανουρίστηκα και με ξαναπήρε στην αγκαλιά του ο ύπνος..

Πάνω που είχα αρχίσει να βυθίζομαι ευχάριστα, βγήκε απ’ το μπάνιο τόσο απότομα και ξαφνικά όσο είχε μπει, άνοιξε το φως του δωματίου-ναι, το κεντρικό φως του δωματίου στο οποίο εγώ κοιμόμουνα-κι άρχισε να ξεστρώνει με φούρια το κρεβάτι της συγκατοίκου μου, το οποίο ήταν φορτωμένο με μύρια πράγματα (συμπεριλαμβανομένου και του προαναφερθέντος ανθρακί εσωρούχου). Και βέβαια, τα σεντόνια που ξέστρωνε καθώς και τα καθαρά που θα έστρωνε στη θέση τους τα πέταξε πάνω στο κρεβάτι στο οποίο κοιμόμουνα. Η σιωπή στο δωμάτιο ήταν τόσο πυκνή, τόσο έντονη, που συνειδητοποίησα ότι τον εκνευρισμό και την έκπληξη μου τη συμμερίζονταν και όλα τα έπιπλα που βρίσκονταν εκεί μέσα…!!!! Μας είχε τρομοκρατήσει η εισβολή-αδικαιολόγητα μεν, αλλά μας έπιασε κυριολεκτικά στον ύπνο κι έτσι οι αντιδράσεις μας ήταν μουδιασμένες. Την ησυχία τη διέκοψε η ίδια ξεκινώντας ένα μακρύ κι δυσνόητο μουρμουριστό μονόλογο, από τον οποίο μπόρεσα να διακρίνω σκόρπιες φράσεις του τύπου: «τέτοια ώρα κι ακόμα κοιμάται», «χάλια τις έχουν κάνει τις πετσέτες», «πώς βρίσκουν τα πράγματά τους μέσα σ’ αυτό το χάλι»…

Με τα μάτια μισόκλειστα προσπαθούσα να διακρίνω τη φιγούρα της, να ξεχωρίσω τα χαρακτηριστικά της. Τεράστια, με πολλά χέρια, πολλά πόδια κι ακόμα περισσότερες κεραίες, σαν διασταύρωση αράχνης με κατσαρίδα μου φάνηκε, σαν ένα ογκώδες, τριχωτό έντομο που έκανε δεκάδες πράγματα ταυτόχρονα κι είχε καρφωμένο το μοναδικό μάτι του πάνω μου, έτοιμο να σχολιάσει και να κριτικάρει κάθε πράξη ή μη πράξη μου. Δεν άντεξα άλλο-γύρισα πλευρό κι έκρυψα το πρόσωπό μου κάτω απ’ το μαξιλάρι. Δειλό. Αντί να σηκωθώ και να της βάλω τις φωνές. Ηττοπαθές. Αντί να τη διώξω κακήν-κακώς. Φυγόπονο. Αντί να απαιτήσω το δικαίωμά μου στον απρόσκοπτο ύπνο μέχρι τις πρώτες απογευματινές ώρες, το δικαίωμά μου να καθαρίζω και να ταχτοποιώ ή όχι το χώρο στον οποίο ζω. Ευτυχώς, εκείνη ολοκλήρωσε το βασανισμό και των τελευταίων επίπλων κι έφυγε γρήγορα, προτού προλάβουν οι τύψεις που ένιωθα για τη λιπόψυχη συμπεριφορά μου να με ωθήσουν σε κάποια παρακινδυνευμένη αντίδραση.

Το μαρτύριο συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς. Η τακτική μου πάγια, ενώ με το που την άκουγα να πλησιάζει το δωμάτιο ξύπναγα με έντονο καρδιοχτύπι, πάντοτε προσποιούμουν την κοιμισμένη και απλά ακινητούσα στο κρεβάτι, κάτω απ’ τα σκεπάσματα, άκαμπτη σα νεκρό ψάρι. Το χειμώνα τα πράγματα χειροτέρευαν μια φορά κάθε δεκαπέντε γιατί τότε ήταν που ερχόταν με την ηλεκτρική σκούπα. Την άκουγα να με πλησιάζει από το βάθος του διαδρόμου και σχεδόν προσευχόμουν να ξεχάσει το δωμάτιο μου γι’ αυτή τη φορά, απλά να το προσπεράσει και να μην το θυμηθεί μέχρι να είναι πολύ αργά. Μάταια. Όση ώρα διαρκούσε το βασανιστήριο της ηλεκτρικής σκούπας γαντζωνόμουν με πείσμα απ’ το στρώμα, κρυβόμουν όσο πιο βαθιά μπορούσα στο μαξιλάρι κι ευχόμουν να τελειώσει γρήγορα και ανώδυνα.

Έτσι έφτασε ο Ιούνιος και η χειρότερη εξεταστική του έτους-κατ’ εμέ-διότι ο Φλεβάρης είναι μια χαρά, ο Σεπτέμβρης κάπως παλεύεται, αυτός ο αναθεματισμένος ο Ιούνης όμως είναι ανυπόφορος. Τα περισσότερα μαθήματα τα εξεταζόμουν πρωινές ώρες, οπότε 8:30 το πολύ όχι μόνο είχα ξυπνήσει αλλά είχα φύγει κιόλας από το δωμάτιο, στο οποίο δεν επέστρεφα πριν από τις 14:30-15:00 το μεσημέρι. Κατά συνέπεια, για έναν ολόκληρο μήνα δεν αναγκάστηκα να υποστώ τα βασανιστήρια της καθαρίστριας.

Στα όνειρά μου δεν σέρνονταν πια μυστικοπαθή έντομα που μουρμούριζαν με λαμπερά μάτια και δεκάδες τριχωτά πόδια. Είχα καιρό ν’ ακούσω τον απειλητικό βρυχηθμό της ηλεκτρικής σκούπας και το σιγανό κλαψούρισμα της λεκάνης καθώς την έτριβε με μανία. Και πολύ το χαιρόμουν. Στο μυαλό μου, η γυναίκα αυτή, με την οποία είχα αναπτύξει τόσο προσωπική σχέση τους τελευταίους μήνες-άδειαζε τα σκουπίδια μου, άλλαζε τις πετσέτες μου, καθάριζε την τουαλέτα και την μπανιέρα μου, είχε δει τα άπλυτά μου, ήξερε αν πίνω καφέ, τι χυμό προτιμώ, τι φόρεσα την προηγούμενη μέρα, αν κοιμήθηκα ή όχι στο κρεβάτι μου το περασμένο βράδυ, αν είχα φορτίσει το κινητό μου, αν είχα κάνει μπάνιο, αν δεν είχα βγει καθόλου απ’ το δωμάτιο, ποιο βιβλίο διάβαζα, τι είχα φάει, αν είχα φάει, αν ήμουν άρρωστη ή καλά-εξακολουθούσε να έχει τη μορφή ενός τεράστιου και γλοιώδους εντόμου.

Κι όμως, ωωω! τι έκπληξη, όταν μια μέρα έτυχε να επιστρέψω στο ξενοδοχείο νωρίτερα απ’ τη συνηθισμένη μου ώρα και να τη συναντήσω στο δωμάτιο. Ανακάλυψα ότι αυτή που είχα στο μυαλό μου ως αναίσθητη και φριχτή τρομοκράτισσα, στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά μια κανονική γυναίκα, γύρω στα 40 με 45, ξανθιά, μικροκαμωμένη, με γυαλάκια και συμπαθητικό πρόσωπο…!!! «Α!» μου είπε «εσύ είσαι η κοπέλα που κοιμάται κάθε φορά που έρχομαι. Κοίτα που κοντέψατε να φύγετε και δεν είχα δει ποτέ το πρόσωπό σου!». Την περιεργάστηκα με καχυποψία. Με έκπληξη και απορία αντιλήφθηκα ότι το έλεγε μ’ ένα καλοσυνάτο χαμόγελο, χωρίς ίχνος κριτικής στο ύφος της. Πανέτοιμη περίμενα από στιγμή σε στιγμή τις κεραίες να πεταχτούν από κάπου κρυμμένες, τα δεκάδες τριχωτά πόδια της να στηριχτούν σταθερά στο πάτωμα, το μοναδικό της μάτι να με υπνωτίσει. Τίποτα. Αφού ολοκλήρωσε τις δουλειές της-τι γρήγορα που μου φάνηκε ότι έκανε αυτή τη φορά! και σα να είχαν σταματήσει οι τριγμοί και τα βογκητά που άκουγα συνήθως απ’ τα έπιπλα…-με ρώτησε πότε τελείωνα με τις εξετάσεις μου και πότε θα επέστρεφα σπίτι μου κι έπειτα με χαιρέτησε κι έφυγε. Κι αυτό ήταν όλο. Ούτε δάκρυα, ούτε αίματα, ούτε βρισιές και ξεμαλλιάσματα… Τίποτα.

Ένιωσα το παρ’ ολίγον ψυχολογικό μου τραύμα να συρρικνώνεται, ώσπου δεν έμεινε παρά ένας απειροελάχιστος κόκκος, μια μικρότατη ψηφίδα στη μνήμη μου, πολύ ευτελής ώστε ν’ αφήσει σημάδι αλλά αρκετή για να δημιουργηθεί ετούτη εδώ η ιστορία. Καμιά φορά οι εμμονές μας φτιάχνουν τις καλύτερες διηγήσεις.

2 comments:

pliktrologio said...

Χαλαρωτικη αφηγηση..σαν λιγο τριψιμο στην πλατη πριν τον υπνο...αααχ..

Μόζορας said...

θα συμφωνησω με τον συναδελφο.. κι ειχα μηνες να μου κανει καποια μασαζ..